17/12/07

«Μιλιταριστικό, εθνικιστικό, ρατσιστικό» [γ΄]

Τα Νέα, 14 Οκτωβρίου 2006

Αν εμείς μεγαλώσαμε με τις εικόνες της ανείπωτης φρίκης από τη μεταφορά στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, γενιές ολόκληρες μεγάλωσαν στο μεταξύ και μεγαλώνουν τα τελευταία χρόνια με άλλες εικόνες, άλλης φρίκης

Οφείλουμε να αναδείξουμε στις αυστηρά ιδεολογικοπολιτικές της διαστάσεις την αντίθεσή μας απέναντι σε ένα κ ρ ά τ ο ς (και όχι θρήσκευμα ή λαό) «μιλιταριστικό, εθνικιστικό, ρατσιστικό», κατά τον Ισραηλινό συγγραφέα Γκρόσμαν

το πλήρες κείμενο:

Ποια μπορεί να είναι η θέση της Αριστεράς, αλλά και του ευρύτερου δημοκρατικού χώρου, απέναντι σ’ ένα κράτος «μιλιταριστικό, εθνικιστικό, ρατσιστικό»;

Έπειτα από έναν μήνα απουσία από τη σελίδα λόγω αδείας, σίγουρα χάθηκε το νήμα σε μια σειρά τριών (με τη σημερινή) επιφυλλίδων με αφορμή τον πόλεμο στον Λίβανο. Καλύτερα, σκέφτομαι, από μια άποψη, να μη θεωρηθούν τουλάχιστον γραμμένα εν θερμώ όσα ακολουθήσουν. Αλλά και το ίδιο το γεγονός ότι ο πόλεμος τυπικά έστω τέλειωσε, και συνεπώς εξέλιπε η αφορμή, συνιστά έναν παραπάνω λόγο να μην απομακρυνθούμε από ένα μείζον θέμα που οι ιδεολογικές του αν μη τι άλλο εμπλοκές θα εξακολουθήσουν αναπόφευκτα να καθορίζουν εμάς και τη στάση μας στον σημερινό κόσμο.

Πριν όμως προχωρήσω, σπεύδω να αποσύρω το ότι εξέλιπε η αφορμή: στη Γάζα ο πόλεμος συνεχίζεται, στη Δυτική Όχθη γενικότερα, απλώς χωρίς τις θεαματικές πολεμικές επιχειρήσεις που τροφοδοτούν πρωτοσέλιδα και κανάλια. Συνεχίζεται η ισραηλινή πολιορκία (μαζί με το ευρωπαϊκό μποϊκοτάζ, αυτήν τη συλλογική τιμωρία των κατοίκων της Γάζας, επειδή ψήφισαν Χαμάς!), κι έφτασε έτσι να ζει κάτω από τα όρια της φτώχειας περισσότερο από το 65% του πληθυσμού.

Παραταύτα, το θέμα μας δεν είναι ο πόλεμος, αλλά η στάση μας σήμερα απέναντι στο κράτος του Ισραήλ (και βέβαια την προστάτιδά του υπερδύναμη), που, όσο δεν διαφαίνεται λύση στο Μεσανατολικό, θα το βρίσκουμε μπροστά μας, με νέες ενδεχομένως πολεμικές επιχειρήσεις, και ούτως ή άλλως όσο θα πληρώνουμε και εμείς αυτό που το ίδιο εξέθρεψε: τη λεγόμενη τρομοκρατία, οπωσδήποτε την έξαρση του ισλαμικού εξτρεμισμού.

Γιατί το Ισραήλ, περισσότερο ίσως από οποιοδήποτε άλλο κράτος, τους γέννησε τους εχθρούς του, τους κατεξοχήν εχθρούς του και δικούς μας εντέλει εχθρούς, τη Χαμάς και τη Χεζμπολάχ. Αυτό είναι πια αντικειμενικό, ιστορικό δεδομένο, η γέννησή τους, εννοώ. Από κει και πέρα, με την πολιτική του κράτους του Ισραήλ στα κατεχόμενα, «υπάρχει ακόμη κανείς που εκπλήσσεται όταν [οι Παλαιστίνιοι] θεωρούν απελευθερωτική πράξη κάθε ενέργεια που στρέφεται κατά του κατακτητή, όπως για παράδειγμα η απαγωγή στρατιωτών από τη Χεζμπολάχ;» –επισημαίνει εύστοχα εδώ ο Μιχάλης Μητσός, έπειτα από μια απαρίθμηση εγκληματικών ανισοτήτων που επιβάλλει ο κατακτητής στους Παλαιστινίους («Γιατί πέθανε ο Τζαλάλ», 25/8).

Ανάλογα, είναι τάχα τόσο δύσκολο να δούμε ότι και την Αλ Κάιντα του Μπιν Λάντεν τη γεννήσαμε και την εκθρέψαμε εμείς, ο δυτικός κόσμος εννοώ, με τον αυτόκλητο μπροστάρη του, τις ΗΠΑ; Κι αν δεν μπορούμε να αναχθούμε στις απαρχές της έξαρσης της τρομοκρατίας την τελευταία ιδίως δεκαετία, τη συνέχεια μάς την υπογράφει πάντως η ίδια η CIA. Σε εμπιστευτική της έκθεση που δημοσιεύτηκε στους Νιου Γιορκ Τάιμς, διαβάζουμε ότι «ο όλο και πιο αιματηρός πόλεμος [στο Ιράκ] έχει συμβάλει στην εξάπλωση της ριζοσπαστικής ισλαμικής ιδεολογίας σε όλο τον πλανήτη», ότι ο πόλεμος αυτός και η μεταπολεμική κατάσταση δημιούργησαν ένα νέο κύμα μουσουλμανικού εξτρεμισμού και αύξησαν την τρομοκρατική απειλή (Νέα 25/9). Κι αν έτσι συνέβη με το «νέο κύμα», τάχα το πρώτο, κάποτε, γεννήθηκε από κρίνο; Ή είναι απλούστατα τέτοια η φύση του Ισλάμ, να διαδίδει την πίστη με το ξίφος, όπως μας τόνισε και ο Πάπας, που αυτός πια κι αν διάβαζε, σαν τον Δικό μας, κι έφτασε έτσι και ξεσκόνισε κείμενα βυζαντινών αυτοκρατόρων…

Του υπενθύμισε όμως ο Παντελής Μπουκάλας το ξίφος των χριστιανών «απελευθερωτών» της Τέταρτης Σταυροφορίας, το 1204, που κυρίως αυτό, με τις πληγές που είχε ανοίξει στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, επέτρεψε τη «νίκη του ισλαμικού ξίφους». Και του υπενθύμισε και τους Ψαλμούς της Π. Διαθήκης, όπου, πολύ πριν από τον Αλλάχ, «Θεός κύριος εκδικήσεων» είχε οριστεί ο ημέτερος, ενώ πάλι ένας από τους διασημότερους ψαλμούς καταλήγει με το φρικιαστικό: «Μακάριος εκείνος που θα πιάσει και θα συντρίψει στο βράχο τα βρέφη σου, Βαβυλώνα» («Το ξίφος, η μάχαιρα και οι θρησκείες», Καθημερινή 24/9).

Δεν αναφέρθηκα τυχαία στον Πάπα –και πάντως όχι για να υποβιβάσω σε επίπεδο ισολογισμού και συμψηφισμών ένα βαθιά πολιτικό ζήτημα, που η προσέγγισή του αφορά την πεμπτουσία του πολιτισμού μας. Απλώς έχω την αίσθηση ότι συχνά, πίσω από την αδυναμία να κατανοήσουμε (προσοχή, όχι να δικαιολογήσουμε, αλλά να εξηγήσουμε) τη γέννηση, την ύπαρξη και σήμερα την έξαρση του ισλαμικού φονταμενταλισμού, λανθάνει ίσως κάποιος ρατσισμός.

Είναι μεγάλος ο λόγος αυτός, και θα περιοριστώ εδώ σε ορισμένες νύξεις. Φοβούμαι λοιπόν πως ρατσισμός λανθάνει στον αποτροπιασμό, ιδιαίτερα έτσι όπως εκφράζεται, απέναντι στο άγνωστό μας πρόσωπο της Ανατολής και του Ισλάμ. Ρατσισμός είναι, πέρα από ασύγγνωστη επιπολαιότητα, ο χαρακτηρισμός «ισλαμοφασίστες» τού («χριστιανοφασίστα», θα μπορούσε τότε να πει κανείς) Μπους, ή ο «μουσουλμανικός φασισμός» που διαβάζω λ.χ. στην έγκριτη Καθημερινή. Ρατσισμός είναι γενικότερα η μάλλον ηθικολογούσα παρά πολιτική αντίδρασή μας στο ίδιο το φαινόμενο –βοηθάει εδώ και η γλώσσα: «Χεζμπολάδες» λέμε, και δεν εξαιρώ τον εαυτό μου, κατά το γραμματικά ορθό μουλάδες, με την απαξιωτική, σχεδόν από τη μάνα της, κατάληξη -άδες. Ότι «θα χέσουν μέσα στην Καπέλα Σιστίνα» προφήτευε για τους μουσουλμάνους η οπωσδήποτε πολιτικοποιημένη Οριάνα Φαλάτσι, όπως θυμηθήκαμε αυτές τις μέρες με το θάνατό της.

Αν όμως αδικούνται οι θέσεις αυτές από τα ανεκδοτολογικά, ας δούμε ενδεικτικά τον επίλογο ενός άρθρου, στον ενδιαφέροντα διάλογο που άνοιξε τους τελευταίους μήνες στο Βήμα («Η “Μεγάλη Ιδέα” των σεΐχηδων», 27/8):

«Οι φανατικοί Άραβες δεν θέλουν την ειρήνη, δεν μπορούν –και δεν θέλουν– να διανοηθούν την αρμονική συμβίωση δύο κρατών δίπλα δίπλα. Γιατί τότε θα αποκαλυφθεί πλήρως η αλήθεια: Από τη μια, ένα Ισραήλ με ένα αληθινά δημοκρατικό πολίτευμα, ακολουθώντας το δυτικό νεωτερικό πολιτισμικό παράδειγμα [...], που θα προοδεύει συνεχώς, και από την άλλη ένα βραδυπορούν, σπαρασσόμενο εσωτερικά κράτος διεφθαρμένων ηγετών και ανώριμων πολιτών, που θα είναι έρμαιο της θεοκρατίας και του ολοκληρωτισμού των σεΐχηδων…»

Όμως η προσπάθεια να καταλάβουμε τον Άλλον, προσπάθεια τόσο πιο δύσκολη όσο μακρύτερα από μας, κυρίως πολιτισμικά, είναι ο Άλλος, προϋποθέτει, εννοείται, τον καθορισμό της δικής μας θέσης.

Κόμπλεξ και ενοχές

Και αφού είναι καθορισμένη αυτομάτως η θέση μας απέναντι σε κάθε θεοκρατία, όπως ξανάγραφα, και αφού αφορμή μας είναι τα ισραηλινά, επιστρέφω στην αρχή, με το ρητορικό ερώτημα: Ποια οφείλει να είναι η θέση της Αριστεράς και του ευρύτερου δημοκρατικού χώρου απέναντι σ’ ένα κράτος «μιλιταριστικό, εθνικιστικό, ρατσιστικό» –σύμφωνα με το χαρακτηρισμό όχι του Νασράλα, ούτε έστω του Σαΐντ ή του Τσόμσκι, αλλά του κορυφαίου Ισραηλινού συγγραφέα Νταβίντ Γκρόσμαν.

Δεν νοείται, πιστεύω, η εθελοτυφλία, ή άλλοτε απλώς η αυτολογοκρισία, εν ονόματι των εύλογων ευθυνών και ενοχών μας σε σχέση με το κορυφαίο έγκλημα της ιστορίας της ανθρωπότητας, το Ολοκαύτωμα. Όχι γιατί μετριάστηκε τάχα η σημασία του από τους σύγχρονους αναθεωρητές. Ούτε από αντίδραση ίσως στον ηθικά αποκρουστικό τρόπο με τον οποίο το εξαργυρώνει το κράτος του Ισραήλ, επιβάλλοντάς το σαν άλλοθι διαρκείας για δικά του εγκλήματα κατά τη νεότερη ιστορία. Μια ιστορία ήδη 40 περίπου χρόνων, από τον πόλεμο του 1967, όπου σίγουρα η μία φρίκη δεν αναιρεί, δεν ακυρώνει την άλλη.

Κυρίως πρέπει να απαλλαγούμε από το κόμπλεξ μην τυχόν βρεθούμε συνοδοιπόροι με τους αντισημίτες, τους ακροδεξιούς και φασίστες –αυτούς με τους οποίους πάλι, όλοι όμως τότε, συμπέσαμε π.χ. στην εναντίωσή μας στον πόλεμο κατά του Ιράκ κτλ. Ένας λόγος παραπάνω, να αναδείξουμε στις αυστηρά ιδεολογικοπολιτικές της διαστάσεις την αντίθεσή μας απέναντι σε ένα κράτος «μιλιταριστικό, εθνικιστικό, ρατσιστικό», εκεί που η αντίθεση των ακροδεξιών αφορά θρήσκευμα και λαό συνολικά, και κυρίως εδράζεται στη συστατική, δική τους μιλιταριστική, εθνικιστική, ρατσιστική ιδεολογία!

Έτσι κι αλλιώς, αν εμείς μεγαλώσαμε με τις εικόνες της ανείπωτης φρίκης από τη μεταφορά στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, και κλαίγαμε (και κλαίμε) βλέποντας π.χ. το Μαγαζάκι της κεντρικής οδού ή ακούγοντας το Κολ Νιντρέ και το Μαουτχάουζεν, γενιές ολόκληρες μεγάλωσαν στο μεταξύ με άλλες εικόνες, άλλης φρίκης.

Και ορισμένες την έζησαν και τη ζουν στο πετσί τους.

buzz it!