15/4/18

Πασχαλιάτικες δόξες

(Εφημερίδα των συντακτών 14 Απρ. 2018)

 

Τρίπολη, επιτάφιος Αγ. Βασιλείου2018, "Ο Πανάγιος Τάφος", με 700.000 πέρλες


1. Η δόξα της κομμωτικής. Πρωτοπόρος, τι τα θέλετε, «έχω εντολή Θεού» έλεγε εξάλλου, «να πηγαίνω μπροστά κι εσείς ν’ ακολουθείτε», και εκσυγχρονιστής μαζί, κι ας βροντοφώναζε πυριφλεγής: «Όπισθεν ολοταχώς!», ο Χριστόδουλος αυτά, μην τον ξεχνάμε, που είχε φέρει τη Μ. Παρασκευή στη Μητρόπολη τραγουδίστρια της όπερας, να ψάλει σόλο το «Ω γλυκύ μου έαρ» στα εγκώμια, και πιο παλιά ακόμα, σε άλλη εκκλησία, είχε βάλει ηθοποιό να απαγγείλει το Τροπάριο της Κασσιανής, στην έμμετρη απόδοση του Παλαμά. Τον Κώστα Πρέκα. 

Από κοντά τώρα ο δημοτικός άρχοντας του Άργους, που τον Νοέμβρη μας δίδαξε την Αλήθεια για το «ψέμα» των νεκρών του Πολυτεχνείου και τώρα σαλπίζει από πόλη σε πόλη την έναρξη του Νέου Μακεδονικού, αυτός ο δήμαρχος λοιπόν τα τελευταία χρόνια διοργανώνει στη συνάντηση των επιταφίων συναυλία, φέτος «Βραδιά βαθιάς κατάνυξης και προσμονής για την Ανάσταση», με τον μαϊντανό των θρησκευτικών εορτών Πέτρο Γαϊτάνο, και με προϋπολογισμό 20.000 ευρώ. (Λεπτομέρεια που πονάει: στη συναυλία είχαν βάλει και το άκρο αντίθετο του Γαϊτάνου, τον σεμνό Δημήτρη Μπάση, τον καλύτερο ίσως λαϊκό τραγουδιστή απ’ τις νεότερες γενιές, και τον είχαν βάλει δεύτερο όνομα κάτω από την ιλαρή καρικατούρα!) 

Αλλά, βλέπεις, ομοαίματος αδερφός, ιδεολογικά, του δημάρχου ο Γαϊτάνος, ο μόνος από τους εκατοντάδες ψάλτες και τις δεκάδες χορωδίες που τα σιντί του μας μοιράζει τακτικά ο Χατζηνικολάου, ο μόνος από τους εκατοντάδες ψάλτες και τις δεκάδες χορωδίες που βρήκε το κανάλι της Βουλής, να βάλει το «Χριστός ανέστη» του για πασχαλινό του σήμα: κι αυτό πια, αν όλα τ’ άλλα είναι για γέλια, αυτό είναι ολίγον σκάνδαλο –πέρα από το προφανές, των 20.000 αργίτικων ευρώ.

2. Η δόξα της πέρλας. Αλλιώς, αν όλα περιορίζονταν στο εκκλησιαστικό πεδίο, και μάλιστα της θρησκοληψίας, ακόμα και της θεομπαιξίας, όπως λ.χ. με το «άγιο φως», ας καραγκιοζεύονται κι ας αυτογελοιοποιούνται όσο θέλουν. Στην Τρίπολη αίφνης, και μάλιστα στη μητρόπολη, κάποιο νοσηρό μυαλό, κατά την άποψή μου και με τα χίλια συμπάθια, εδώ και λίγα χρόνια σκέφτηκε και έπεισε και τους άλλους να ξεφύγουν από την «κοινοτοπία» των λουλουδιών, και να φτιάξουν έναν πλαστικό επιτάφιο, με τι, με πέρλες. Με πέρλες γυάλινες και πλαστικές, ευτελούς αξίας, τονίζουν, για να μη σκανδαλιστούμε, όμως το σκάνδαλο εδώ είναι η βαρβαρότητα του πλαστικού και η απογείωση του κιτς, με πέρλες λοιπόν φτιάχνουν «θεματικούς επιταφίους», διαλέγουν δηλαδή ένα θέμα, τους αγγέλους, τις μυροφόρες, τον πελεκάνο που τρέφει τα παιδιά του με το αίμα του, φέτος τον πανάγιο τάφο, και φτιάχνουν περίτεχνα βαναυσουργήματα και φιγούρες ντιπ κωμικές. Και καταφτάνουν, λέει, πούλμαν απ’ όλη την Ελλάδα, να θαυμάσουν τον επιτάφιο με τις 200.000 πέρλες, άλλη φορά με 550.000 πέρλες, τις μυροφόρες με πέρλες, τον φετινό με τις 700.000 πέρλες. Όμως πολλά είπα· τα υπόλοιπα, για όποιον αντέχει σε χάρντκορ θεάματα, στην αιωνιότητα πια του διαδικτύου. 

3. Η δόξα του καρναβαλιού. Στο διαδίκτυο θάλλουν επίσης και κάτι καρναβαλιστές παπάδες, που κανιβαλίζουν την πανηγυρική «πρώτη ανάσταση» το πρωί του Μ. Σαββάτου, ο ένας πηδοβολώντας φρενιασμένα σ’ όλη την εκκλησία, ο άλλος πετώντας αποπάνω του ένα άμφιο σαν σε στριπτίζ και τρέχοντας έπειτα σ’ όλη την εκκλησία, με τα παπαδάκια να αφιονίζονται κι αυτά, με προτεταμένα τα εξαπτέρυγα και τα λάβαρα, ο άλλος διατρέχοντας όλη την εκκλησία πάνω σε πατίνι, και άλλα τέτοια, πάντα στον χώρο του κατάφωρα γελοίου.

4. Η δόξα της μεταλαμπάδευσης. Γιατί είναι και η καθαρή θεομπαιξία που είπαμε, το λεγόμενο άγιο φως που γίνεται δεκτό με τιμές αρχηγού κράτους, του κράτους των θεομπαιχτών μαζί και των Χρυσαυγιτών, όπως έγινε ιδίως φέτος. Και που ούτε αυτό θα πείραζε, σαν τεκμήριο γελοιότητας από τη μια, κοινωνικής αδράνειας, κακά τα ψέματα, απ’ την άλλη, αν δεν είχαμε και την κρατική τηλεόραση, την ΕΡΤ 1, να αναμεταδίδει σε έκτακτο δελτίο την άφιξη του Αρχηγού ακόμα και στο Μετόχι του Παναγίου Τάφου, στην Πλάκα:

«Έχει εισέλθει του ναού… έχει εισέλθει του περιβόλου του ναού…. σε λίγο θα ακούσετε τον ήχο της ψαλμωδίας... οι καμπάνες σηματοδοτούν ότι το φως έφτασε… θα ακολουθήσουν τρεις περιφορές, προτού το άγιο φως εισέλθει στον [ξέφυγε το σωστό εδώ!] ναό…, συνοδεία βρακοφόρων και ιερέων περιφέρει το άγιο φως γύρω από τον ναό… οι πιστοί έχουν προσέλθει για να παραλάβουν το άγιο φως και να το μεταλαμπαδεύσουν στις γειτονιές τους και στα σπίτια τους…, ο ιερέας θα πει το “Δεύτε λάβετε φως” και μετά θα μεταλαμπαδεύσει το άγιο φως στα καντήλια του ιερού ναού και μετά θα το μεταλαμπαδεύσει σε όλους τους πιστούς…»

5. Ου δόξα… Και μετά ουκ έστι δόξα, τέρμα ο χαβαλές –μόνο επικίνδυνες ατραποί: Το βράδυ της Ανάστασης ο αρχιεπίσκοπος διακόπτει το δικό του Χριστός ανέστη, για να ακολουθήσει, πρώτη φορά, τα στρατιωτικά αγήματα, που κραυγάζουν με τον πιο απειλητικό τρόπο τον εθνικό ύμνο.

Που σαν να μην είχε άλλα λόγια, σαν να μην άκουγες άλλα λόγια, μόνο «κόψη», «σπαθί», «τρομερή», «κόψη σπαθιού», «τρομερή κόψη», «κόψη σπαθιού τρομερή». Και «κόκαλα».

buzz it!

7/4/18

Η τοπική κοινωνία και τα ντενεκεδάκια

(Εφημερίδα των συντακτών 6 Απρ. 2018)


«Ενώ μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου τής πετούσαν ντενεκεδάκια!» Την έβριζαν, λέει, την απειλούσαν, και μέσα στο δικαστήριο, όπου είχαν πάει να συμπαρασταθούν στον ιερέα και ποιμένα τους, της πετούσαν ντενεκεδάκια!

Ποιοι; Οι ενορίτες, οι χριστιανοί –αλλά ας μη σταθούμε στο ειδικό, όσο κι αν έχει ιδιαίτερη σημασία, κυρίως για τους ίδιους· πάμε στο γενικό, και εντέλει πιο ουσιώδες: οι φιλήσυχοι πολίτες, που κάποια τύποις συμπολίτισσά τους, ουσιαστικά όμως απόβλητη, καθότι τοξικοεξαρτημένη, ανίσχυρη εξάλλου και κοινωνικά, αφού είχε μάνα επίσης εξαρτημένη, και γι’ αυτό την είχαν δώσει σε ανάδοχη οικογένεια, αυτή λοιπόν η δευτεροκλασάτη συμπολίτισσά τους διατάρασσε την κοινωνική γαλήνη, κατηγορώντας τον ανάδοχο πατέρα της και ιερέα, πνευματικό πατέρα δηλαδή δικόν τους, πως τη βίαζε.

Ώστε η ειδεχθέστερη όψη της υπόθεσης αυτής είναι η στάση της τοπικής κοινωνίας; Αναντίλεκτα ναι, απ’ τη δική μου τουλάχιστον σκοπιά.

Αναφέρομαι στην τραγωδία που διαδραματιζόταν επί χρόνια στην Κύπρο και είχε για τέλος την αυτοκτονία της 29χρονης πλέον κοπέλας, που 4χρονο κοριτσάκι, επειδή η μάνα του πάλευε με την εξάρτηση, δόθηκε σε ανάδοχη οικογένεια, σε «καλά χέρια», σε οικογένεια ιερέα.

Πρωταγωνιστές της τραγωδίας, γιατί δεν υπάρχουν δευτεραγωνιστές και κομπάρσοι εδώ:

– Ο ανάδοχος πατέρας και παπάς, που κακοποιεί σεξουαλικά ένα τετράχρονο κοριτσάκι.

– Η ανάδοχη μητέρα, που γνωρίζει τη δραστηριότητα του άντρα της και παπά, και η ίδια κακοποιεί σωματικά ένα τετράχρονο κοριτσάκι.

– Οι κοινωνικές υπηρεσίες, που κλείνουν τ’ αφτιά στις καταγγελίες του κοριτσιού, όταν έφτασε στα 10 του χρόνια, και κουκουλώνουν την υπόθεση.

– Το δικαστήριο, που, όταν πια η κοπέλα έχει γίνει 20 χρονών, καταδικάζει τον παπά, όχι την παπαδιά, σε μόλις δύο χρόνια φυλάκιση.

– Η τοπική κοινωνία, που, όπως είπαμε, βρίζει και απειλεί την απόβλητη και ταραξία, και μες στο δικαστήριο της πετάει ντενεκεδάκια, ενώ φτιάχνει στο Φέισμπουκ σελίδα «Αγάπης και συμπαράστασης» για τον πατέρα και ποιμένα της.

– Ο μητροπολίτης της περιοχής και η Ιερά Σύνοδος, που ουσιαστικά αθωώνει τον παπά (ας θυμηθούμε και τον γνωστό ξενοφοβικό, ομοφοβικό και γενικότερα αντιδραστικό αρχιεπίσκοπο Κύπρου, που ζήτησε από τους δημοσιογράφους να μην τον ενοχλούν μ’ αυτή την υπόθεση, γιατί είναι ταξίδι και έχει άλλες, σημαντικότερες ασχολίες).

Είπα πως η ειδεχθέστερη όψη της υπόθεσης είναι η στάση της τοπικής κοινωνίας. Γιατί; Γιατί απλούστατα η τοπική κοινωνία δεν είναι αφηρημένη, μεταφυσική έννοια, έχει πρόσωπο, είναι πρόσωπα. Είναι δηλαδή και ο παπάς και η παπαδιά και η κοινωνική λειτουργός και οι δικαστές και ο μητροπολίτης και οι συχωριανοί, και όλοι οι άλλοι, εσείς κι εγώ, ναι, προφανώς εσείς κι εγώ. Μπορεί με διαφορετικούς ρόλους, άλλοτε έτσι, άλλοτε αλλιώς, άλλοτε αναλόγως ίδιοι, άλλοτε φτυστοί ίδιοι, με διαβαθμίσεις οπωσδήποτε –νά, ακόμα και στη συγκεκριμένη υπόθεση: ο παπάς κακοποιεί σεξουαλικά, η παπαδιά μόνο σωματικά («Με το ξύλο όμως γίναμε άνθρωποι!» ακούω να λένε διάφοροι ενήλικοι, κι ανατριχιάζω…)· η κοινωνική λειτουργός κουκουλώνει, όμως το δικαστήριο καταδικάζει, έστω σε μικρή ποινή, κ.ο.κ.

Ας θυμηθούμε και τη μόλις χτεσινή δίκη του Αμβρόσιου, όπου μάρτυρες υπεράσπισης πήγαν εξέχοντα μέλη της τοπικής κοινωνίας, δύο δήμαρχοι, ΠΑΣΟΚ οι ίδιοι, σοσιαλιστές παναπεί, υπερασπιστές στον «εφ’ όλης της ύλης» ακροδεξιό.

Πολύ πιο χαρακτηριστική είναι η στάση της τοπικής κοινωνίας της Βέροιας στη δολοφονία του μικρού Άλεξ, και όχι τόσο στη συγκάλυψή της όσο στην εχθρότητα με την οποία αντιμετώπισαν έπειτα την ίδια τη μάνα που της σκοτώσαν το παιδί! Γιατί εδώ παιδί και μάνα ήταν αλλιώς απόβλητοι, ήταν αλλιώς και πολλαπλώς ξένοι: καταγωγικά, από άλλη χώρα, αλλά και πολιτισμικά, αφού π.χ. δασκάλα πιάνου η μάνα. Ήρθαν λοιπόν οι ξένοι, οι διαφορετικοί, και με την ύπαρξή τους και μόνο, με τη διαφορετικότητά τους, εξώθησαν στο έγκλημα τους γηγενείς, που κλήθηκαν έπειτα, τα «θύματα» αυτοί, οι γηγενείς, να πληρώσουν τα σπασμένα (τους), τη στιγματισμένη κοινωνία τους.

Γενικά, όμως, ας δούμε την τοπική κοινωνία που δεν θέλει στη γειτονιά της, στα όριά της και στα πέριξ: μετανάστες, ΟΚΑΝΑ, κέντρα απεξάρτησης, ΧΥΤΑ, αποτεφρωτήρια, γιατί κινδυνεύει, λέει, η ζωή τους και η υγεία τους, ή γιατί θα υποβαθμιστεί η γειτονιά τους, στην οποία όμως πολλές φορές εγκαταστάθηκαν (π.χ. στα δυτικά προάστια ή σε γειτονιά όπου υπήρχαν φυλακές), ακριβώς επειδή ήταν ήδη υποβαθμισμένη, με φτηνό νοίκι δηλαδή και φτηνή γη.

Ας μη χαθούμε όμως στην περιπτωσιολογία: μ’ όλες τις ιδιαιτερότητες και τις όποιες διαφοροποιήσεις, και όσο κι αν ακούγεται αφόρητα τετριμμένο, η τοπική κοινωνία είμαστε εμείς, και εμείς, εδώ, στον καθρέφτη μας.

buzz it!

31/3/18

Κωφάλαλος, κωφός ή κουφός, την κουφή βδομάδα

(Εφημερίδα των συντακτών 31 Μαρτ. 2018)


Η ίαση του κωφάλαλου από τον Ιησού (δυστυχώς, δεν μπόρεσα να ταυτίσω τον ζωγράφο)


Σχεδόν κωμική σύμπτωση, που τη συνειδητοποίησα τελευταία στιγμή, ότι το κομμάτι αυτό γράφεται και δημοσιεύεται μέσα στην «κουφή βδομάδα» –σύμπτωση κουφή, με την αργκοτική χρήση της λέξης.

Κουφή (ή και βουβή, πάντως ποτέ κωφή) ονομάζεται, ως γνωστόν, η έκτη και τελευταία βδομάδα της Σαρακοστής, μια βδομάδα περίπου οικονομίας, ανάπαυλας, έπειτα από τις βδομάδες με τους Χαιρετισμούς, που κορυφώνονται την πέμπτη βδομάδα, μαζί και με τον Μεγάλο Κανόνα, και πριν από τη Μεγάλη Εβδομάδα, που είναι γεμάτη υποβλητικές ακολουθίες, διπλές και τριπλές κάθε μέρα.

Αφορμή για το θέμα μου, μια «διένεξη» του Κώστα Ζουράρι με την Ομοσπονδία Κωφών Ελλάδος. Ότι ο Ζουράρις είναι από τους τελευταίους που θα ’θελα ποτέ να υπερασπίσω είναι, πιστεύω, γνωστό τοις πάσι. Όμως το μικροεπεισόδιο αυτό σχετίζεται με ένα θέμα γλωσσικό και μαζί, όπως πάντα, κοινωνικό.

Η ιστορία είναι πως ο Ζουράρις, για να δικαιολογήσει την εισβολή τού (κουμπουροφόρου) Ιβάν Σαββίδη στο γήπεδο, είπε πως ο πρόεδρος της καρδιάς του δεν μιλάει καθόλου ελληνικά, «ουσιαστικά λειτουργεί ως κωφάλαλος», δεν καταλάβαινε λοιπόν τι γινόταν, και μπούκαρε. Και ήρθε οργισμένη η αντίδραση της Ομοσπονδίας Κωφών Ελλάδος (ΟΚΕ), που δημοσιεύτηκε με τα ακόμα πιο οργισμένα σχόλια πολλών μίντια, που τάχα ήξεραν όσα κατάγγελλε η Ομοσπονδία, πως δηλαδή δεν λέμε πια κωφάλαλος, αφότου αποδείχτηκε πως ο κουφός δεν μιλάει, αποκλειστικά και μόνο επειδή δεν ακούει· άρα δεν πάσχει από αλαλία, πόσο μάλλον που έχει γλώσσα αναγνωρισμένη, τη νοηματική. Οπότε, μόνο τον όρο «κωφός» δέχονται, και το «κωφάλαλος» το θεωρούν «υβριστικά σχόλια για την αναπηρία [τους]» –ρατσιστικό, σύμφωνα με άλλους σχολιαστές.

Βεβαιότατα και είναι σωστά όσα λέει η ΟΚΕ, πως είναι άκυρος ο όρος «κωφάλαλος»· όχι όμως πως είναι υβριστικός. Ή ρατσιστικός. Και έχει δίκιο η ΟΚΕ να αποβάλει το β΄ συνθετικό, όμως με το «κωφός» μάλλον το χάνει το παιχνίδι –παρά το αυτονόητο δικαίωμά της στον αυτοπροσδιορισμό.

Ποιο είναι όμως το θέμα μου, που το ξεκίνησα έτσι ανορθόδοξα; Η εναλλαγή των όρων κωφάλαλος-κωφός-κουφός για τα άτομα που δεν ακούνε, που δεν μπορούν να ακούσουν, άσχετα αν γεννήθηκαν χωρίς την αίσθηση της ακοής, ή την έχασαν αργότερα, από διάφορες, παθολογικές κατά κανόνα, αιτίες.

Πάνε κοντά 40 χρόνια, στο πλοίο για την Πάτμο γνωρίστηκα με μια Γαλλίδα ψυχολόγο, που ετοίμαζε τότε τη διατριβή της: «Ο λόγος του κουφού παιδιού» λεγόταν, κι έτσι έμαθα, εντελώς συμπτωματικά, την επιστημονική αυτή αλήθεια, πως μόνο όταν δεν ακούει κανείς, δεν μπορεί να μιλήσει. Πάλι συμπτωματικά, πριν από δέκα χρόνια, γνώρισα διαδικτυακά μια «μεταγλωσσικά κωφή», που άρχισε να χάνει την ακοή της στην παιδική της ηλικία, αφού είχε ήδη μάθει και μιλούσε. Ονομάζεται Σοφία Κολοτούρου, είναι γιατρός κυτταρολόγος, η ποίησή της τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο του 2016, και με την άδειά της μεταφέρω όσα της έγραφα τότε, όταν κάποιος αναγνώστης τη χαρακτήρισε «κωφάλαλη». Δεν έχει αλλάξει, πιστεύω, η κατάσταση, τα ίδια ισχύουν και σήμερα, και χαίρομαι που συμφωνούμε μ’ έναν άνθρωπο που είναι μέσα στο πρόβλημα και όχι παρατηρητής όπως εγώ.

Έλεγα λοιπόν ότι, ακόμα και όταν γνωρίζει κανείς την επιστημονική διάσταση του θέματος, γιατί δηλαδή δεν είναι σωστό το «κωφΑΛΑΛΟΣ», δύσκολα θα χρησιμοποιήσει το «κωφός»: ο τύπος αυτός, κακά τα ψέματα, όσο γνώριμος κι αν μας είναι, βρίσκεται αρκετά έξω από το γλωσσικό μας αισθητήριο, μοιάζει προϊόν αρχαϊστικής τάσης· ακόμα περισσότερο, μοιάζει εξεζητημένος όρος μεταξύ ειδικών, κάτι σαν το ιατρικό «φιλομόφυλος», που μολονότι πιο εύχρηστο από τον γλωσσοδέτη «ομοφυλόφιλος», δεν υιοθετήθηκε ποτέ από τη γλωσσική κοινότητα. Έτσι, τολμώ να πω ότι μάλλον αποξενώνει τον χρήστη από το πρόβλημα, παρά τον εξοικειώνει· και αναλόγως, «γκετοποιεί», κατά κάποιον τρόπον, τον πάσχοντα, τον απομονώνει γλωσσικά και κοινωνικά.

Από την άλλη, το «κουφός» έχει συχνά επιτιμητική/υποτιμητική χρήση: «καλά, κουφάθηκες, δεν ακούς τι σου λέω;», «κουφάλογο», αλλά και εκφραστικότατη στην αργκό: «πόπο, με κούφανες», «κουφάθηκα, σου λέω», «πολύ κουφό αυτό», «κουφή γκόμενα» κ.ο.κ.

Έτσι, ανάμεσα στον «κουφό» με τις αρνητικές συνδηλώσεις του και στον αντισηπτικό, θαρρείς, «κωφό», ο χρήστης θα τείνει ενστικτωδώς να παραμείνει στην πεπατημένη του επίσης λόγιου, στο κάτω κάτω, όμως ιδιαίτερα οικείου «κωφάλαλος».

Βέβαια, με τον καιρό, όπως παρατήρησε η φίλη γλωσσολόγος Μάρω Κακριδή, είναι πολύ πιθανό το «κωφός» να χάσει τον αντισηπτικό, απομονωτικό χαρακτήρα του και να γίνει ουδέτερος, τεχνικός όρος, για τη συγκεκριμένη χρήση, σχηματίζοντας ένα ετυμολογικό ζεύγος κωφός-κουφός, όπως πτέρυγα-φτερούγα, δουλεία-δουλειά κτλ., οπότε και θα υποχωρήσει το άκυρο «κωφάλαλος».

Υπάρχει δρόμος ακόμα. Ώς τότε, καθόλου δεν βοηθούν εξίσου άκυροι χαρακτηρισμοί όπως: «υβριστικά σχόλια», «ρατσιστικοί όροι» και τα τοιαύτα.

buzz it!

24/3/18

Η αθώωση αλλά όχι νίκη του Αμβρόσιου

(Εφημερίδα των συντακτών 23 Μαρτ. 2018)


Αθώος ο Αμβρόσιος για το ένα εκατοστό από τα ιταμότατα έργα και ημέρες του, την προτροπή να φτύνει ο κόσμος του τους ομοφυλόφιλους, την προτροπή δηλαδή σε πράξεις μίσους και βίας· αθώος, όμως όχι «νικητής». Η νίκη, χωρίς εισαγωγικά αυτή, μικρή από μιαν άποψη, μεγάλη από μιαν άλλη, σε συμβολικό δηλαδή επίπεδο, είναι δική μας –όσο κι αν όλο και δυσκολότερα προσδιορίζεται πλέον αυτό το «μας», το «εμείς».

Άρα ηττημένος, πάντα από μιαν άποψη, ο Αμβρόσιος;

Ναι, ηττημένος ο πανίσχυρος και ασύδοτος, που βρέθηκαν όχι τόσο άνθρωποι να τον μηνύσουν, κοτζάμ μητροπολίτη, όσο εισαγγελέας να τον παραπέμψει σε δίκη, κοτζάμ μητροπολίτη.

Και κάθισε ο πανίσχυρος και ασύδοτος εννιά ολόκληρες ώρες στο εδώλιο του κατηγορουμένου.

Και αναδιπλώθηκε ο πανίσχυρος και όχι απλώς ασύδοτος αλλά κοινό θρασίμι, ισχυριζόμενος πως, όταν έλεγε «φτύστε τους», δεν εννοούσε τους ομοφυλόφιλους αλλά τους πολιτικούς που νομοθετούν υπέρ τους: μεγαλειώδης «πουστιά», στη γλώσσα του Αγίου, που βοήθησε ωστόσο τις νομικές πιρουέτες ώστε να παρακαμφθεί το κατηγορητήριο στην ουσία του· κι αφού είδε πως τα κατάφερε, ύψωσε και πάλι το ανάστημά του, το κοινό θρασίμι, και δήλωσε πως, αν είχε όπλο και τον άφηνε ο νόμος, θα το χρησιμοποιούσε, «να ξεμπερδεύουμε»!

Η υπόθεση δεν έχει κλείσει· θα φτάσει, φαίνεται, στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, αφού εξαντληθούν όλα τα μέσα στη χώρα μας, υπάρχει δηλαδή ελπίδα η νίκη η μικρή να είναι από κάθε άποψη πια μεγάλη. Αλλά έτσι κι αλλιώς, όποια κι αν είναι η τελική έκβαση, η εικόνα του πανίσχυρου και ασύδοτου έχει δεχτεί ήδη καίριο πλήγμα, έχει αμετάκλητα ξεθωριάσει.

Γενικότερα, όσα έγιναν στη δίκη αυτή, όσα έγιναν με τη δίκη αυτή, «δείχνουν ότι κάτι αλλάζει στον κόσμο των “Αγιατολάχ”», γράφει ο συνταγματολόγος Νίκος Αλιβιζάτος, μάρτυρας κατηγορίας στο Αίγιο (Βήμα 18.3.18): «Ο χιτλερικός, μισαλλόδοξος λόγος ορισμένων ιεραρχών εφεξής δεν θα έχει την ίδια απήχηση» συμπληρώνει –ή πάντως δεν θα είναι το ίδιο ασύδοτος, θα πρόσθετα εγώ.

Νίκη είναι όλα αυτά, ή εν πάση περιπτώσει παράπλευρες ωφέλειες, παράπλευρα κέρδη, όπως:

– το ξεγύμνωμα, άλλη μια φορά, της Δικαιοσύνης, που όχι τυφλή, μα με τα μάτια ορθάνοιχτα και όλο δέος δικάζει, ιδίως στην περιφέρεια·

– το ξεγύμνωμα των αρχόντων της εκάστοτε τοπικής κοινωνίας, των δημάρχων Καλαβρύτων και Αιγίου εδώ, που προτάσσουν τα στήθη τους υπερασπίζοντας τους άλλους αρχόντους, αν είναι μάλιστα και του Θεού, καληώρα, κι ας είναι οι ίδιοι του δημοκρατικού ΠΑΣΟΚ ·

– το ξεγύμνωμα της Νέας Δημοκρατίας, με τη σιγή της, που μαρτυρεί, άλλη μια φορά, την ιδεολογία και τις θέσεις της (αλλά και τι να πεις για το νεοσύστατο Κίνημα Αλλαγής, που πρώτη του αλλαγή ήταν να εξαφανίσει τελευταία στιγμή από τη διακήρυξή του τη θέση για χωρισμό Εκκλησίας-Κράτους και να την αντικαταστήσει με την αποβουτυρωμένη θέση για διακριτούς ρόλους)·

– το ξεγύμνωμα της Ιεραρχίας, επίσης με τη σιγή της, και αφού, πέρα από τους άλλους «Αγιατολάχ», με πρώτο τον Πειραιώς, που έσπευσε ξανά να στηλιτεύσει την «παράχρηση των Θεοσδώτων [sic!] ανθρωπίνων οργάνων», ανήσυχος πως του αμφισβητείται η αρχηγία στην αντιομοφυλόφιλη σταυροφορία, πέρα λοιπόν από τους άλλους «Αγιατολάχ», ο ίδιος ο αρχιεπίσκοπος, τα τελευταία χρόνια, έχει καλύψει επανειλημμένα τις ακρότητες των εν λόγω, με την προκλητική μάλιστα δήλωση πως υπάρχει και κόσμος που αυτά θέλει ν’ ακούει, άρα, ούτε λίγο ούτε πολύ, η Εκκλησία οφείλει να του εξασφαλίσει τους ανάλογους ποιμενάρχες! Της ίδιας Ιεραρχίας που, από παράλληλο σύμπαν θαρρείς, απείλησε με εξώδικο τον Γιάννη Ραγκούση, ότι, αν δεν τους πάει αποδείξεις για την αναφορά του σε ομοφυλόφιλους μητροπολίτες, «θα υποστεί την ανάλογη δικαστική βάσανο»!

Κέρδος δηλαδή η στάση της Ιεραρχίας, που μαρτυρεί το σκοτεινό πρόσωπο της Εκκλησίας, αν όχι της ίδιας της θρησκείας, σε ευθεία, θα έλεγα, συνεπαγωγή. Γιατί σκέφτεται εδώ κανείς πως ο κατάφωρα αντιχριστιανικός μισαλλόδοξος λόγος και τα αντίστοιχα έργα ανώτατων αξιωματούχων της Εκκλησίας μοιάζει να συνιστούν, έστω έμμεσα, ομολογία όχι πίστεως, αλλά απιστίας –αν μη τι άλλο, απέναντι στη μετά θάνατον ζωή, την οποία πρεσβεύουν και μέσω της οποίας διαφεντεύουν ανθρώπινες ψυχές. Γιατί δεν νοείται να πιστεύεις σε θεία δίκη και σε μετά θάνατον ζωή και να παραβαίνεις με κάθε σου λόγο και κάθε σου έργο τα όσα διδάχτηκες, πίστεψες και διδάσκεις.

Ας τ’ αφήσουμε όμως αυτά τα ασεβή: οι πύλες της Κολάσεως μόνο για μας είν’ ανοιχτές· οι Άγιοι, δεν μπορεί, άλλους λογαριασμούς θα έχουν κάνει.

Κι ας χαρούμε τη νίκη που είπα απ’ την αρχή, νίκη που τη χρωστούμε εντέλει στον Αμβρόσιο, και ακριβώς στις ακρότητές του. Τον ευχαριστούμε κιόλας.

buzz it!

17/3/18

Χάρισμα στην Τροχαία

(Εφημερίδα των συντακτών 17 Μαρτ. 2018)


ακινητοποιημένες μηχανές και αυτοκίνητο, κατάλληλα τοποθετημένα, φυλάνε θέσεις πάρκιν για την ελληνική οικογένεια






«Αρκετά νομιμόφρων» είναι ίσως κάτι αντίστοιχο με το «ολίγον έγκυος», θα ’λεγα όμως ότι είμαι αρκετά, παραλίγο: πολύ, νομιμόφρων οδηγός. Κάνω καθημερινά έναν μεγάλο κύκλο γύρω στα 2 χιλιόμετρα για να φτάσω σπίτι μου, ενώ θα μπορούσα να φτάσω με 100-150 μέτρα, το πολύ, αν έμπαινα ανάποδα στον μονόδρομο, με την πολύ αραιή μάλιστα κίνηση· ή κάνω ένα σωρό μανούβρες και υπολογισμούς για να παρκάρω όσο πιο κολλητά γίνεται στο πεζοδρόμιο και κοντά στον μπροστινό ή τον πίσω, ανάλογα, για να μην πιάνω τζάμπα χώρο, κ.ά.· μόνες μου αμαρτίες, καμιά απαγορευμένη αναστροφή, αλλά πάντα σε σημεία με φανάρι, άρα απολύτως ασφαλή διάβαση, άντε και καμιά μικροϋπέρβαση του ορίου ταχύτητας, πάντα όμως σε εθνική, και πάντα χωρίς κίνηση, αφού ταξιδεύω μόνο καθημερινές, ποτέ σαββατοκύριακα και αργίες, και πάλι όχι σε ώρες αιχμής.

Έχω έτσι ιδιαίτερα αυξημένη ευαισθησία στις απειράριθμες παραβάσεις, άλλοτε στα φανάρια κουνούσα ένα μπλουτούθ στον διπλανό που μιλούσε στο κινητό, φώναζα: «κάτι σας έπεσε» στον άλλο που πετούσε κάποιο σκουπίδι ή τσιγάρο απ’ το παράθυρο, ενώ πολύ θα ’θελα να ’χα τη δύναμη να βγω, να μαζέψω από κάτω τη γόπα και να του την πετάξω μέσα στο αυτοκίνητό του –βαρέθηκα πια. Αλλά πάντα σκέφτομαι το ελαφρώς αμπελοφιλοσοφικό, πως μια βδομάδα μόνο, για να μην πω δυο-τρία 24ωρα, βεβαίωση όλων ανεξαιρέτως των παραβάσεων, από τη φύλαξη δηλαδή θέσεων πάρκιν ώς το παρκάρισμα σε πεζόδρομους, ή τα παντού και πάντα όπου και όπως θέλουν μηχανάκια και μηχανές, θα έλυνε ίσως το οικονομικό πρόβλημα της χώρας.

Πού να βρεθούν όμως τροχονόμοι, θα πείτε, όχι τώρα με την κρίση, αλλά εξαπανέκαθεν –ή σιγά που θα κάθονταν να βεβαιώνουν παραβάσεις οι περισσότεροι, ακόμα κι αν υπήρχαν, θα πω εγώ.

Στην παλιά μου «πόλη», το Παγκράτι, περνούσα σχεδόν καθημερινά από την πλατεία Πλαστήρα και την πλατεία Βαρνάβα, στα όρια σχεδόν του δακτυλίου: ήταν τα δύο σημεία όπου έκαναν μπλόκο εναλλάξ οι άντρες της Τροχαίας. Όταν ήμουν πεζός, στεκόμουν πολλές φορές λίγο παράμερα και τους χάζευα, επιβεβαιώνοντας τις πρώτες μου παρατηρήσεις, που είχαν να κάνουν με τη γραφειοκρατικοποίηση της αστυνομίας: όταν το μπλόκο σχετιζόταν με τον δακτύλιο, έβλεπες να περνούν αβέρτα από μπροστά τους μηχανάκια χωρίς κράνος, αυτοκίνητα να έρχονται από το αντίθετο ρεύμα και να παρκάρουν άνετα μπρος στα μάτια τους και ό,τι άλλο μπορεί να βάλει ο νους σας· και το αντίστροφο: όταν έγραφαν μηχανάκια, περνούσαν από μπροστά τους όσα μονά ή ζυγά παράνομα, ανάλογα τη μέρα, ανενόχλητα. Κωμικό πια.

Από δικές μου πάντα εμπειρίες, θα μπορούσα να γεμίσω σελίδες με διάφορες ιστορίες, π.χ. με σπαρταριστές ατάκες τις ουκ ολίγες φορές που έβρισκα μπλοκαρισμένη την είσοδο στο πάρκιν μιας κοντινής πολυκατοικίας, όπου νοίκιαζα μια θέση, και δεν μπορούσα να βγω, ή άλλοτε να μπω: «Θέλετε να του δώσω κλήση; Οι πιο πολλοί τις σβήνουν» με ρωτούσαν, όταν έρχονταν οι αστυνομικοί, κατά κανόνα έπειτα από πολλή ώρα ή και ώρες. Κάποια μάλιστα φορά, αφού επέμεναν στο τηλέφωνο: «Μα τι να έρθουμε; δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα», ήρθαν με τα πολλά, και μ’ ένα απλό τηλεφώνημά τους βρήκαν τα στοιχεία του οδηγού, και μου είπαν: «Μπείτε καλύτερα στο αυτοκίνητό σας, γείτονες είστε, μη γίνουν επεισόδια, κι εμείς θα τον γράψουμε», και μπήκα εγώ στο αυτοκίνητό μου, κι έκαναν αυτοί πως γράφουν, και μπήκαν αστραπιαία στο περιπολικό κι εξαφανίστηκαν!

Εδώ πρέπει να σημειώσω τη στάση των άγνωστών μου περιοίκων που έβγαιναν και διαμαρτύρονταν, ώρα ούτε καν 10 το βράδυ: «Μα γιατί κορνάρετε επιτέλους!» Ή θυμάμαι μια δημοσιογράφο που ειρωνευόταν τους αστυνομικούς που έγραψαν κάποτε («Θαύμα! Θαύμα!») κάποιους από αυτούς τους κάγκουρες που περνάν με τέρμα τα ηχεία και τρέμει ο σύμπας κόσμος. Είναι προφανές, είμαστε πάντα με τον «αδύναμο», με το «θύμα» –όχι μόνο εμείς, μα και τα όργανα της τάξης.

Γενικότερα, όλοι κατακλυζόμαστε από εικόνες παραβατικότητας, από οδήγηση με το κινητό στο χέρι ώς τις πινακίδες με τον σβησμένο αριθμό, και όλοι έχουμε έτσι την πεποίθηση πως δεν βεβαιώνονται ποτέ παραβάσεις· κι όμως, κάποτε κάποιες, οσοδήποτε λίγες, βεβαιώνονται. Και πάντοτε σκεφτόμουν, κι ιδίως τώρα που γίνεται πολύς λόγος για τα νέα πρόστιμα, πως ένα ισχυρό ίσως προληπτικό μέτρο θα ήταν το εξής: Να υπήρχε καθημερινά στο δελτίο ειδήσεων ένα εμβόλιμο δελτίο της τροχαίας, ένας πίνακας που θα έδειχνε πόσοι έλεγχοι πραγματοποιήθηκαν, πόσα πρόστιμα και άλλες κυρώσεις επιβλήθηκαν για ποιες παραβάσεις. Είναι γνωστό πως η γνώση ότι υπάρχει κάποιος έλεγχος λειτουργεί αποτρεπτικά.

Χάρισμα στην Τροχαία η ιδέα μου, αν και ο νους μου σκαλώνει σ’ ένα ας το πούμε λογοπαίγνιο, που βγαίνει από μόνο του και μοιάζει άγευστο, έχει όμως, αναπάντεχα, ουσία: ΚΟΚ ή εντέλει κ.ο.κ., δηλαδή και ούτω καθεξής, με άλλα λόγια: από δω παν κι άλλοι; Ίδωμεν.

buzz it!

10/3/18

Μνημείο για τη «Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου»: Η ασέβεια της ευσεβούς μνήμης

(Εφημερίδα των συντακτών 10 Μαρτ. 2018)


«Το Πυρρίχιο Πέταγμα» του Παν. Τανιμανίδη, πλατεία Αλεξάνδρας, στην είσοδο του Πασαλιμανιού [φωτογραφίες Βασίλη Μαθιουδάκη]
Η εξαφάνιση ή πάντως η αλλοίωση του ιστορικού προσώπου και της ιστορικής μνήμης μιας πόλης είναι από τις σημαντικότερες συνέπειες που έχουν κατά κανόνα, αν όχι εξ ορισμού, εκ των πραγμάτων, οι αναπλάσεις πλατειών και δημόσιων χώρων, όποιες ανάγκες κι αν υπηρετούν.

Θυμηθήκαμε έτσι στην προηγούμενη επιφυλλίδα την πλατεία Κοτζιά, πρότυπο κάποτε κέντρου κοινωνικής ζωής, τώρα πρότυπο ανθρωποδιώχτη· ας θυμηθούμε τώρα μια σκανδαλωδώς τζάμπα ανάπλαση, όπως της πλατείας Συντάγματος, από τον κατά τύχη δήμαρχο Νίκο Γιατράκο, όταν ο ψηφισμένος δήμαρχος Έβερτ προτίμησε τους θώκους της Βουλής, και αμέσως πριν αρχίσουν τα έργα για το μετρό, οπότε και ξαναξηλώθηκε η πλατεία, παρά τις απατηλές διαβεβαιώσεις του κατά τύχη δημάρχου· τέλος, ας θυμηθούμε μια καλαίσθητη ανάπλαση, όπως της πλατείας Κολωνακίου, από τους σπουδαίους Αντωνακάκηδες, που ωστόσο δεν ξεπέρασε τα όρια της ωραίας μακέτας, για λόγους ουσιαστικά κλίμακας: ήθελε διπλάσιο ή και τριπλάσιο χώρο για να αναπτυχτεί η μακέτα σε πλατεία όπου θα χωρούσαν, θα ανάπνεαν και θα λειτουργούσαν τα πλήθος ενδιαφέροντα στοιχεία.

Η κλίμακα, ο περιβάλλων χώρος, μπορεί ως γνωστόν να αναδείξει ή να χαντακώσει ένα έργο τέχνης. Ενδεικτικά, ο γυάλινος Δρομέας του Βαρώτσου που ασφυκτιούσε στον περιμετρικό κλοιό των κτιρίων της Ομόνοιας και αδικούνταν από ορισμένες γωνίες, ενώ τώρα τρέχει ελεύθερος στην ανοιχτωσιά απέναντι απ’ το Χίλτον. Άλλο παράδειγμα, ο περίφημος Έφηβος του Απάρτη, που φυτεύτηκε κάποια στιγμή σ’ ένα τριγωνάκι μπροστά απ’ την Αγία Φωτεινή, στη συμβολή Καλλιρρόης και Βουλιαγμένης, κι έτσι όπως τον έβλεπες κατηφορίζοντας, ο περήφανος Έφηβος γινόταν ένα κακόμοιρο παιδάκι δίχως ρουχαλάκια.

Στην προνομιακή πλατεία Αλεξάνδρας στο Πασαλιμάνι τώρα, από τα πρώτα στοιχεία που με έδεσαν με την καινούρια μου πόλη πριν από έντεκα κιόλας χρόνια, μια καλλιεπής, στα όρια της ωραιοπαθούς, σχεδιαστική παρέμβαση μοιάζει να κατάργησε τον ελεύθερο, χαλαρό χαρακτήρα της πλατείας, υποτάσσοντας όλα τα νέα στοιχεία και ουσιαστικά ολόκληρη την πλατεία στην ανάδειξη ενός μνημείου για τη «Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου».

Ρουμελιώτης από πατέρα, Πόντιος απ’ τη μάνα μου, μολονότι όλα τα παιδικά μου καλοκαίρια τα πέρασα στο ελατόφυτο χωριό του πατέρα, συναισθηματικοί λόγοι έβαζαν μπροστά τον Πόντο, τα τραγούδια του και τους χορούς του. Περίμενα έτσι με αυξημένη περιέργεια, αν και απ’ την άλλη καχύποπτα, ομολογώ, την ανάπλαση της πλατείας και κυρίως το μνημείο.

Όσα διάβαζα από δω κι από κει ηχούσαν ενδιαφέροντα και υποσχετικά: Μια σύνθεση από μεταλλικούς κυλίνδρους, με τριακόσιες τόσες χιλιάδες ελάσματα, όσα οι νεκροί, και αυτοί οι κύλινδροι σχηματίζουν ένα τόξο, που δείχνει την πορεία των ξεριζωμένων Ποντίων από τον έναν τόπο σε άλλον, και μέσα στους κυλίνδρους επιμέρους γλυπτά, πράγματα που άφησαν πίσω ή άλλα που πήραν μαζί τους, το λουκέτο απ’ το σπίτι που έκλεισαν οριστικά, το προσφυγοπούλι με μια λύρα, κιάλια, αργαλειός, και άλλα, ίσως δυσνόητα μα καταρχήν ερεθιστικά, όπως «η ξύστρα της άγραφης Ιστορίας», ή «τα γόρδια δεμένα πλοία των συμμάχων…» κ.ά.

Όμως ένα έργο τέχνης, και ιδίως σε υπαίθριο, δημόσιο χώρο, δεν λειτουργεί με λυσάρι από κοντά· είναι ή δεν είναι, δείχνει ή δεν δείχνει, δίνει ή δεν δίνει ερεθίσματα για δικές σου προβολές και ερμηνείες. Κι από κει και πέρα, οι αναλύσεις των ειδικών και πρώτα πρώτα ο λόγος του δημιουργού, εδώ του Παναγιώτη Τανιμανίδη, σίγουρα παίζουν καθοριστικό ρόλο, παρέχουν ερμηνευτικά κλειδιά, αλλά πάντα «από κει και πέρα». Ο οποίος λόγος του δημιουργού, ένα μάλλον λυρικό κείμενο με αναμνήσεις από τον πατέρα του, περιγραφή του έργου και πλήρη κατάλογο των επιμέρους γλυπτών, παρουσιάζεται ελληνικά και αγγλικά σε ένα αναλόγιο μπροστά από τον ειδικά διαμορφωμένο χώρο-πλαίσιο του μνημείου, κάτι που δύσκολα μπορώ να θυμηθώ σε δημόσια εκτεθειμένο έργο.

Το μνημείο από την απέναντι άκρη του λιμανιού
Δυστυχώς, πάλι ο θεατής, ο περαστικός, ακόμα κι από μακριά, κι από την αντίπερα άκρη του Πασαλιμανιού, το έργο θα δει, δεν θα διαβάσει την ανάλυση. Κι αυτό που βλέπει, υπερμέγεθες, εκτός κλίμακας, κυρίως, κυριότατα: που φράζει, κατά μία έννοια, μπουκώνει τον ορίζοντα, στα όρια της ύβρεως, τολμώ να πω, μοιάζει, κατά την αίσθησή μου, σαν μια αψίδα από αστραφτερούς, με το συμπάθιο, σκουπιδοντενεκέδες, στην καλύτερη περίπτωση –γιατί υπάρχει και η χειρότερη: υπό γωνία, από το πλάι, όπου παρουσιάζεται μια σκέτη μουτζούρα. Προσωπική οπωσδήποτε η αίσθηση, αυθαίρετη, αν θέλετε, αίσθηση ενός απλού φιλότεχνου και πιο πολύ χρήστη της πλατείας.

Έτσι κι αλλιώς, πέρα από την υποκειμενική και ό,τι άλλο θέλετε να την πείτε αίσθησή μου, ακόμα κι αριστούργημα, όπως θα το θεωρούν πολλοί το έργο, το κύριο είναι η αναλογία και η κλίμακα, το έργο που καβαλάει ολόκληρο το τοπίο, που επιβάλλεται στανικά στο τοπίο και στον χρήστη, θεατή, περαστικό κτλ.

Μου φαίνεται αλήθεια ασέβεια, όσο ευγενής κι αν είναι η μνήμη, και φυσικά οι προθέσεις.


ΥΓ. Και ένα ανέκδοτο. Τα εγκαίνια της πλατείας και τα αποκαλυπτήρια του μνημείου έγιναν με ιδιαίτερη λαμπρότητα τέλη Μαΐου του 2017. Έπειτα από εφτά ολόκληρους μήνες, στο πρωτοχρονιάτικο φύλλο του μαρινάκειου πλέον Βήματος αφιερώθηκε στο έργο ένα δισέλιδο με τις γνώμες τεσσάρων ειδικών, χωρίς την παραμικρή μνεία στο γεγονός, πότε δηλαδή έγινε κτλ. Μόνο πως «αποτελεί χορηγία του Βαγγέλη Μαρινάκη» –«της οικογένειας των Υψηλαντών», σύμφωνα και με επιγραφή στον χώρο του μνημείου. Του ενός μάλιστα από τους τέσσερις ειδικούς δημοσίευσαν γράμμα του στον γλύπτη, που αρχίζει: «Αγαπητέ φίλε Παναγιώτη, χθες, την Κυριακή το μεσημέρι, ήμουν και εγώ εκεί…», δηλαδή στα αποκαλυπτήρια, και θα νομίζει ο αναγνώστης πως έγιναν κάπου μέσα στον Δεκέμβρη. Η ταπείνωση της δημοσιογραφίας. Έπειτα από έναν μήνα, στις 4 Φεβρουαρίου, πάλι στο Βήμα, μία σελίδα παρουσιάζει γλαφυρά το έργο και δίνει τον λόγο στον γλύπτη, πάλι για ένα έργο κι ένα γεγονός που συνέβη άγνωστο πότε. Θα έχουμε και συνέχεια;







buzz it!