17/2/18

«Είναι τα αγγλικά η πιο επιδραστική γλώσσα;»

(Εφημερίδα των συντακτών 16 Φεβρ. 2018)
 


"είναι η ευτυχία ένα όμορφο κουτάβι;": η ευτυχία είναι [άραγε] ένα όμορφο κουτάβι;
«Είναι τα αγγλικά η πιο επιδραστική γλώσσα;» Η απάντηση στην ερώτηση είναι καταρχήν ναι, αν μη τι άλλο για έναν βασικό λόγο: γιατί η ερώτηση είναι διατυπωμένη με τον στοιχειώδη τρόπο της αγγλικής σύνταξης: αντιστροφή υποκειμένου-ρήματος, πρώτα δηλαδή το ρήμα, έπειτα το υποκείμενο κτλ.

Πώς ρωτάμε εμείς; ιδίως: πώς ρωτούσαμε εμείς, κατά κανόνα, για να μην πω: αποκλειστικά; Πολύ απλά, μ’ ένα σκέτο ερωτηματικό στο τέλος: «Τα αγγλικά είναι η πιο επιδραστική γλώσσα;» Ή, αν θέλουμε να αποφύγουμε κάποια έστω στιγμιαία ασάφεια ή αμηχανία ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ερώτηση: «Τα αγγλικά είναι άραγε η πιο επιδραστική γλώσσα;»

Ε και; ο αγγλικός δηλαδή τρόπος είναι λάθος; Όχι· απλώς είναι αγγλικός –αγγλισμός, ξενισμός. Που πιθανότατα θα επικρατήσει, όπως δείχνει ίσως η ολοένα μεγαλύτερη συχνότητα με την οποία απαντά. Σκέφτομαι μόνο πόσο εύκολα και γρήγορα και αθόρυβα υιοθετούμε ξενισμούς, συντακτικά δάνεια, σε αντίθεση με τα λεξιλογικά, όπου σημειώνεται μεγάλη αντίσταση και σε δραματικούς τόνους, και κατακλύζονται οι εφημερίδες και τα άλλα μέσα με άρθρα επί άρθρων και προπάντων επιστολές –ενώ, αντίθετα, σπανίζει, αν δεν απουσιάζει κιόλας, ο σχολιασμός του συντακτικού δανεισμού. (Συναφής είναι και η αντίδραση και ο ηθικός πανικός που συνοδεύει την παραμικρή ορθογραφική αλλαγή, απλοποίηση κτλ.)

Ο δανεισμός εμπλουτίζει τη γλώσσα, αφού κατά κανόνα δανειζόμαστε όταν χρειαζόμαστε κάτι. Χρειαζόμαστε όμως πάντοτε τα πάντα; Χρειαζόμαστε όντως το σχετικά νεότατο δάνειο σύμφωνα με το οποίο «ο τάδε έχει τα 44α (= τα τεσσαρακοστά τέταρτα!) γενέθλιά του», αντί «κλείνει τα 44 (= τα σαράντα τέσσερα)»;

Και τη χρειαζόμαστε όντως την αγγλικού τύπου ερώτηση, όταν αρχίζει η φωνή να ρωτάει και να μένει μετέωρη από την πρώτη κιόλας λέξη της ερώτησης, ώσπου να φτάσει στο τέλος, και πια να ησυχάσει; Κατά καιρούς διατυπώθηκε η πρόταση να υιοθετήσουμε το ανάποδο ερωτηματικό στην αρχή της ερώτησης, όπως το ’χουν λ.χ. οι Ισπανοί. Καλώς ή κακώς δεν προχώρησε ποτέ η συζήτηση. Όμως, είναι σαφές ότι, ειδικά σε μακροσκελείς ερωτήσεις, οι λ. «άραγε», «μήπως», συχνά και το «τάχα», εξασφαλίζουν τον ερωτηματικό χαρακτήρα.

Παραδείγματα, αναγκαστικά κατ’ οικονομία:

«Θα είναι το αποψινό ματς Κυπέλλου με την ΑΕΚ το τελευταίο με τη φανέλα του Ολυμπιακού για τον Ντιόγκο Φιγκέιρας;», όπου δηλαδή αρχίζουμε με ερωτηματικό ύφος και δεν μας φτάνει η ανάσα ώς το τέλος· ενώ: Το αποψινό ματς Κυπέλλου με την ΑΕΚ θα είναι ΑΡΑΓΕ το τελευταίο με τη φανέλα του Ολυμπιακού για τον Ντιόγκο Φιγκέιρας;

«Είναι εντέλει αυτή η ταινία, που κέρδισε Χρυσή Σφαίρα, μια απολογία της τρομοκρατίας;» Ας ξαναδιαβάσουμε, να δούμε τη διαφορά: Εντέλει αυτή η ταινία, που κέρδισε Χρυσή Σφαίρα, είναι ΑΡΑΓΕ απολογία της τρομοκρατίας; Ή: ΑΡΑΓΕ αυτή η ταινία, που κέρδισε Χρυσή Σφαίρα, είναι εντέλει απολογία της τρομοκρατίας;

«Είναι τελικά ο Γ. Κύρτσος ένας άνθρωπος για όλες τις εποχές της συντηρητικής παράταξης;»: ούτε άραγε ούτε τίποτα εδώ: Τελικά ο Γ. Κύρτσος είναι ένας άνθρωπος για όλες τις εποχές της συντηρητικής παράταξης;

«Οδηγεί η κρίση στην εμφάνιση ακραίων συντηρητικών φαινομένων ή κομμάτων;»: Η κρίση οδηγεί [άραγε] στην εμφάνιση ακραίων συντηρητικών φαινομένων ή κομμάτων;

Ρητορική είναι η ερώτηση, στις περισσότερες περιπτώσεις εδώ. Κατά κανόνα διατυπώνεται έμμεσα μια διαπίστωση, ένας συλλογισμός, και το ερωτηματικό, «τέχνασμα» ουσιαστικά της γραφής, θέλει να μετριάσει τον απόλυτο χαρακτήρα αυτής της διαπίστωσης, αυτού του συλλογισμού. Ένας λόγος τότε παραπάνω, τουλάχιστον σε σχετικά  σύντομες «ερωτήσεις», να λείπει εντελώς το άραγε, οπότε η «ερώτηση» κερδίζει, κατά την αίσθησή μου, σε δραστικότητα:

«Ήταν ο ποιητής Έζρα Πάουντ διπλός κατάσκοπος;»:  Ο ποιητής Έζρα Πάουντ ήταν διπλός κατάσκοπος; (αλλιώς: Ήταν διπλός κατάσκοπος ο ποιητής Έζρα Πάουντ;)

«Είναι οι συζητήσεις περί κρίσης σύμπτωμα της κρίσης;»: Οι συζητήσεις περί κρίσης είναι σύμπτωμα της κρίσης;

«Είναι το νερό εμπόρευμα ή δημόσιο αγαθό;»: Το νερό είναι εμπόρευμα ή δημόσιο αγαθό;

Ε και; θα ξαναπώ, κι ας έγινε, θέλω να πιστεύω, φανερό πως μάλλον τζάμπα δανειζόμαστε αυτήν τη φορά. Όμως, όσο κι αν μοιάζει αντιφατικό, είναι άδηλες οι πραγματικές ανάγκες, η βούληση στο κάτω κάτω, της γλωσσικής κοινότητας. Κι ας έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα οι ξενισμοί, τα συντακτικά δάνεια, καθώς επηρεάζουν τον σκληρό πυρήνα, τη δομή της γλώσσας, σε αντίθεση με τα επιφανειακά στοιχεία, τις λέξεις, και ακόμα περισσότερο τη γραφή, την «ορθή» γραφή.

Προς τι όλη αυτή η κουβέντα τότε; Γιατί βοηθάει ουσιωδώς στη διαμόρφωση της στάσης μας απέναντι στη γλώσσα. Πολύ περισσότερο από τον Τρίτο Παγκόσμιο γύρω από το κτίριο ή κτήριο,  ορθοπεδικός ή ορθοπαιδικός.

Τόσο λίγο, τόσο πολύ.

buzz it!

11/2/18

Ο ΣΥΡΙΖΑ Κίρκη - Δεν άνω θρώσκει σώνει και καλά ο άνθρωπος!

(Εφημερίδα των συντακτών 10 Φεβρ. 2018)


Ο ΣΥΡΙΖΑ Κίρκη

Κίρκη είναι άραγε ο ΣΥΡΙΖΑ, που με το ραβδί του μεταμορφώνει τους ανθρώπους, όπως η μυθική μάγισσα τους συντρόφους του Οδυσσέα; Ή άλλου είδους μάγισσα, που με το ραβδί της αποκαλύπτει την πραγματική φύση των ανθρώπων;

Ο δικός μας εμφύλιος, επαναλαμβάνομαι, έχει ίσως έχει ίσως τις απαρχές του το 2008 και τις ταραχές που ξέσπασαν έπειτα από τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου. Στον απόηχο των εχθροπραξιών, με τα στρατόπεδα των διανοουμένων πια να γίνονται όλο και περισσότερο διακριτά, η σταδιακή άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ έδωσε άλλη μορφή και περιεχόμενο στον πόλεμο, εξουσίας πια κατά κύριο λόγο.

Και είδαμε έτσι, και βλέπουμε έτσι, την κατρακύλα γενικότερα του πολιτικού λόγου και της πολιτικής κριτικής, την όλο και δεξιότερα μετατόπιση προοδευτικών και αριστερογενών ή και αριστερών διανοουμένων, ιδίως από αυτούς που είχαν δώσει τον τόνο το 2008. Ώσπου φτάνουμε σε παγιωμένα αντισυριζαϊκά ανακλαστικά, όπου προκρίνεται αυτόματα οτιδήποτε έχει ακριβώς αντισυριζαϊκό πρόσημο, και δεν πά’ να ’ναι ο λεπενιστής τσεκουροφόρος Βορίδης αυτός, ή ο χωρίς κανέναν χαρακτηρισμό πλέον Άδωνης. Και τις μέρες αυτές τα οπωσδήποτε εθνικιστικά συλλαλητήρια, με κεντρικό ομιλητή στην Αθήνα τον Μίκη Θεοδωράκη, που από καιρό έχει εκφράσει εθνικιστικές και αντισημιτικές απόψεις.

Έτσι, μόνο μισόλογα ακούστηκαν σαν αντίδραση από τις δυνάμεις του λεγόμενου προοδευτικού τόξου, κι αυτά πάντοτε με γάντια και μαχαιροπίρουνο. Ενώ δεν ήταν λίγοι αυτοί που από σκέτο αντισυριζαϊσμό, ελπίζω, κι όχι από ακροδεξιές θέσεις, αποφάσισαν να συνταχτούν με τον «λαό», προσκυνώντας το τοτέμ Μίκης.

Η Κίρκη, είπαμε, κι απ’ τα πολλά συντριπτικά που διαβάσαμε, ας ευθυμήσουμε για λίγο, με μια απ’ τις υμνήτριες του Άδωνη, που λέγαμε, στο περιβόλι του αντισυριζαϊσμού, το Protagon.gr.

Γράφει λοιπόν η άλλως Αδωνίτσα πως ο Θεοδωράκης «ξανατίναξε μπόι» –το «ξανά» αναφέρεται στο απεταξάμην του, έπειτα από το σύντομο φιλοσυριζαϊκό διάλειμμά του. Και αναθυμάται μια συναυλία Χατζιδάκι-Θεοδωράκη-Λιβανελί στην Έφεσο, όπου «ήταν τόση η συγκίνηση που καλέστηκε η ψυχή να γλείψει!»

Ξανατίναξε λοιπόν μπόι ο Μίκης. Και μας ξετίναξε. Οριστικά.


Δεν άνω θρώσκει σώνει και καλά ο άνθρωπος!

Η λέξη γάιδαρος, έλεγαν κάποτε, βγαίνει απ’ το αεί δαίρω· το φιτίλι, τότε μάλιστα που γραφόταν με -υ: φυτίλι, απ’ το φωτός ύλη· ενώ άνθρωπος, το δημοφιλέστερο, είναι τάχα ο άνω θρώσκων, που πηδάει προς τα πάνω, που τραβάει τ’ αψήλου.

Πάει καιρός που η επιστήμη, είτε βρήκε τη σωστή προέλευση μιας λέξης, το έτυμο, είτε δεν τη βρήκε, αποφάνθηκε πάντως πως όλα τα παραπάνω, και άπειρα άλλα, εννοείται, είναι παραετυμολογία. Η οποία πάει μαζί με την παραεπιστήμη. Η οποία ξέρουμε πια πού διακονείται και τι σκοπούς υπηρετεί –όταν γλωσσολογίζεται ο Άδωνης, λόγου χάρη, πως από το πλ πλ πλ που κάνει το κύμα βγήκε η λ. πέλαγος!

Φυσικά και δεν μπορεί να ξέρει ο καθένας, ακόμα και επιστήμονας, την ετυμολογία μιας λέξης, την εξέλιξη της επιστήμης κτλ. Διαβάζει όμως, οφείλει να διαβάζει, ιδίως όταν μιλάει από δημόσιο βήμα και δημοσίως στοχάζεται.

Όπως ο Γιώργος Κιμούλης, που θέλησε να στοχαστεί τις προάλλες από εδώ (27.1.18) με ετυμολογίες, όπου οι δύο στις τρεις ήταν παραετυμολογίες (ασήμαντη λεπτομέρεια για την τρίτη: το σχήμα δεν βγαίνει από τον αόριστο έσχον τού ρ. έχω, αλλά από τον μέλλοντα: σχήσω).

Ας δούμε τα σοβαρά όμως, με τον αντίλογο να έρχεται από τον Μπαμπινιώτη, που αντιπροσωπεύει τη συντηρητικότερη σχολή της γλωσσολογίας, πέρα από την οποία υπάρχει μόνο η παραγλωσσολογία των Αδώνηδων.

«Τι είναι αυτός ο Άλλος, μιας και ξένος δεν υπάρχει» φιλοσοφεί ο Κιμούλης. «Ο ξένος προκύπτει από το “ξοινός” που σημαίνει κοινός. Κοινή είναι η γη, δεν ανήκει μόνο σ’ εμένα και σε κανέναν άλλον.»

Όμως ο Μπαμπινιώτης: «από το αρχαίο ξένος/ξείνος, από το *ξένFος, αβέβαιου ετύμου».

«Η ταυτότητά μας είναι μία: άνθρωπος» φιλοσοφεί και πάλι ο Κιμούλης. «Και εκ των πραγμάτων αυτή η διαβολεμένη ταυτότητα της ύπαρξής μας κουβαλάει τον κίνδυνο της έπαρσης, από το όνομά του και μόνο: “άνω θρώσκω”, πηδώ προς τα πάνω. Προς τα πού; Πουθενά.»

Όμως ο Μπαμπινιώτης: «αρχαίο, αβέβαιου ετύμου, πιθανώς από το *άνδρ-ωπος, από το ανήρ, ανδρός + -ωπός [...], με τη σημασία “ο έχων ανδρική όψη, αυτός που μοιάζει με άνδρα”, όπου άνδρας σημαίνει γενικότερα τον άνθρωπο [...]. Ας σημειωθεί ότι αρχικώς η λέξη χρησιμοποιήθηκε κυρίως με μειωτική κάπως σημασία, για να δηλώσει την τάξη των θνητών ανθρώπων, εν αντιθέσει με εκείνη των θεών. Είναι προφανές ότι η σύνδεση με το αρχαίο αναθρώσκω “αναπηδώ” είναι παρετυμολογική και επιστημονικώς αβάσιμη».

Μπορεί δηλαδή να αναθρώσκει κάποιος, όχι όμως γιατί αυτό σημαίνει τάχα τ’ όνομά του, η λέξη «άνθρωπος». Κι όταν πηδάει έτσι στον βρόντο, πηδάει στο πουθενά, όπως είπε μόνος του ο Κιμούλης. Με άλλα λόγια: πλ πλ πλ, αλήθεια πέλαγος, βαθύ.

buzz it!

4/2/18

«Το τραμ με το όνομα Πόθος»; Σοβαρά;

(Εφημερίδα των συντακτών 3 Φεβρ. 2018)


Good morning, γνωστό τοις πάσι, ίσον καλημέρα· αυτή είναι η ακριβής μετάφραση, η σωστή μετάφραση, και όχι «καλό πρωί», που είναι η κατά λέξη μετάφραση, άρα η μη ακριβής –η απλώς ξενική. Άλφα βήτα της μετάφρασης, και παραταύτα χρειάζεται να τα ξαναματαλέει κανείς, και όσο πιο μασημένα γίνεται εντέλει.

Παρακολουθώ κατάπληκτος τελευταία την προβολή μιας θεατρικής παράστασης να εστιάζεται κυρίως στην αλλαγή του τίτλου: όχι «Λεωφορείον Ο Πόθος» αλλά «Το τραμ με το όνομα Πόθος» θα λέγεται η παράσταση του Μιχαήλ Μαρμαρινού, που ιδίως για την Μπλανς της Μαρίας Ναυπλιώτου δικαιούται τον χαρακτηρισμό πολυαναμενόμενη.

Ακόμα και στα δελτία τύπου «σημειώνεται […] ότι αυτή είναι η ορθή μετάφραση του τίτλου και όχι η κλασική που έχουμε γνωρίσει μέσα από δεκάδες ανεβάσματα στο ελληνικό θέατρο» διάβασα στη LifO (4.1.18).

«Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός εισχωρεί για πρώτη φορά στον σκηνικό κόσμο του Τενεσί Ουίλιαμς διατηρώντας την εσωτερική θερμοκρασία της προσωπικής ανάγνωσης. Εξού και η “επιστροφή” στον πρωτότυπο τίτλο του έργου: Το τραμ με το όνομα Πόθος», γράφει ο Δ. Δουλγερίδης στα Νέα (19.1.18), και ρωτάει τον σκηνοθέτη: «Κρύβει κάποιο μήνυμα αυτή η μικρή “διόρθωση”;» Η απάντηση: 

«Είχα την ανάγκη να διαφοροποιηθώ από τον τίτλο του “Λεωφορείου”, που θεωρώ ότι έχει κάνει τον κύκλο του και τα έχει πάρει όλα σβάρνα! [...] Διατηρήσαμε τον πραγματικό τίτλο, επειδή υπάρχει και σαν εικόνα μέσα στο έργο. Έτσι φτάνει η Μπλανς στη συνοικία».

Τέλος, σε συνέντευξη του σκηνοθέτη στη Γιώτα Συκκά (Καθημερινή 28.1.18) διαβάζουμε: «Μια παρεξήγηση είναι ο τίτλος, που βασίζεται στη μετάφραση του Μάριου Πλωρίτη». «Το τραμ με το όνομα Πόθος» «είναι η ακριβής μετάφραση του πρωτότυπου τίτλου». «Είναι σημαντικό οι παραστάσεις τέτοιων κλασικών έργων να αφήνουν πίσω τους κι ένα ίχνος γλώσσας. Άλλη εποχή, άλλες ανάγκες» έρχεται η κορωνίδα!

«Παρεξήγηση»…, «τα έχει πάρει όλα σβάρνα»…, απ’ τη μια, δηλαδή ο Πλωρίτης, αλλά και ο Γκάτσος και ο Γεράσιμος Σταύρου, που πήραν στον λαιμό τους καμιά δεκαριά ακόμα μεταφραστές και μεταφράστριες (μεγάλο θέμα οι αλλεπάλληλες μεταφράσεις στο θέατρο, συχνά μία τον χρόνο, κάθε παράσταση και η μετάφρασή της –για λόγους, φοβάμαι, που δεν είναι πάντα καθαρά καλλιτεχνικοί), κι από την άλλη «πραγματικός τίτλος», «ακριβής μετάφραση», πόσο μάλλον που «υπάρχει και σαν εικόνα μέσα στο έργο. Έτσι φτάνει η Μπλανς στη συνοικία».

Δεν πολυέχει σημασία, αλλά εικόνα δεν υπάρχει, με τα πόδια και κουβαλώντας τη βαλίτσα της εμφανίζεται στο έργο η Μπλανς, που ψάχνει τον σωστό δρόμο. Τα πρώτα της λόγια: They told me to take a streetcar named Desire, and then transfer to one called Cemeteries and ride six blocks and get off at Elysian Fields!: «Μου είπαν να πάρω το Λεωφορείο “Πόθος”, ύστερα να μπω σε κάποιο άλλο, που γράφει “Νεκροταφείο”, να προχωρήσει έξι τετράγωνα και να βγω στα Ηλύσια Πεδία», όπως μεταφράζει ο Γεράσιμος Σταύρου (δυστυχώς δεν είχα πρόχειρη τη μετάφραση του Μάριου Πλωρίτη). Έτσι είναι μια ακριβής, σωστή δηλαδή μετάφραση. Η άλλη είναι απλώς κατά λέξη. 

A streetcar named Desire είναι λοιπόν ο τίτλος του πρωτοτύπου, και ο πρωταίτιος, όπως καταγγέλλεται, Πλωρίτης έκανε το πρώτο απαραίτητο, στοιχειώδες βήμα, το τραμ δηλαδή λεωφορείο, ένα κοινό μεταφορικό μέσο –κάτι που δεν είναι, ακόμα και σήμερα, το τραμ. Έστω όμως πως θέλει να κρατήσει κανείς το τραμ. Ένα τραμ λοιπόν (και όχι «Το», αφού θέλει τέτοια ακρίβεια η νέα μετάφραση), named, δηλαδή που το λένε, που λέγεται, ποτέ «με το όνομα»· και καλύτερα: που γράφει «Πόθος».

Και ιδού η μεταφραστική ευφυΐα του Πλωρίτη, το κλικ που δεν γίνεται δυστυχώς πάντα στο μυαλό του μεταφραστή: πετάει το named, που θέλει στα ελληνικά περίφραση (που το λένε, που λέγεται, που γράφει…) και επιγράφει κατευθείαν το λεωφορείο του (ή το τραμ του): Λεωφορείο «Πόθος», ή Λεωφορείον Ο Πόθος, που αποδίδει ενδεχομένως τη διαδρομή της ζωής της Μπλανς, από τον πόθο στο νεκροταφείο, και πια στα Ηλύσια Πεδία.

Μια λαμπερή λύση δηλαδή, κι έρχεται η καινούρια μετάφραση και ανακαλύπτει την Αμερική, το κατά λέξη! Κι ας λέει το γλωσσικό αίσθημα, στην πιο καθημερινή πραγματικότητα: «Δοκίμασα ένα γλυκό που το λένε Χι», «Πήγαμε σε μια ταβέρνα που τη λένε Ψι»· «Κατεδαφίστηκε το νυχτερινό κέντρο [Η] Φαντασία»· «Θα πάρεις ΕΝΑ/ΤΟ τρόλεϊ που γράφει Κυψέλη-Παγκράτι» ή «Θα πάρεις ΤΟ τρόλεϊ Κυψέλη-Παγκράτι». Σε καμία από αυτές και άπειρες ανάλογες περιπτώσεις δεν λέμε: «με το όνομα…» ή «με την ονομασία…»

Αλλά είπαμε, γλωσσικό αίσθημα. Χωρίς αυτό, σκέτος σαματάς, με ροκάνες και καραμούζες. Ιλαρή δυστυχώς «παρεξήγηση», που «τα παίρνει όλα σβάρνα».

buzz it!

27/1/18

Πουριτανικός αντιπουριτανισμός

(Εφημερίδα των συντακτών 27 Ιαν. 2018)


προ φούστας εποχή, όταν (και) στο μπάσκετ δείχναν ξεδιάντροπα τα μπούτια τους
Δεν πάει πολύς καιρός που είχε ανάψει η συζήτηση αν είναι εντέλει σεξιστικό ή απλώς αθώα πλάκα να κυνηγάει στον δρόμο ο τσολιάς της τηλεοπτικής «Ελληνοφρένειας» τις περαστικές και να τις χουφτώνει· έγραφα τότε (15.7.17), ανάμεσα σε θεωρητικές αναλύσεις και τις γνωστές κατάρες για τη «φασιστική» πολιτική ορθότητα, πώς θα ’ταν να ξαμοληθεί στους δρόμους η εντυπωσιακή Κυπρία της εκπομπής και να χουφτώνει τους περαστικούς.

Κατά σύμπτωση, μια αντίστοιχη συζήτηση έχει αναπτυχθεί τελευταία, διεθνώς πλέον, έπειτα από μια χιονοστιβάδα καταγγελιών για σεξουαλική παρενόχληση, κακοποίηση και βιασμό, στον χώρο ιδίως του θεάματος. Δημιουργήθηκαν αμέσως σχετικά διαδικτυακά κινήματα όπως το Me too, μαζί όμως άρχισαν και οι αντιδράσεις, καθώς οι καταγγελίες συχνά αφορούσαν περιστατικά που είχαν συμβεί πριν από δεκαετίες, κάποτε έμοιαζαν με πράξεις εκδίκησης ή έδειχνε να έχουν σκοπό την προβολή απλώς του θύματος. Έτσι, σε ιεροεξεταστικές πυρές που άναψαν με συνοπτικές διαδικασίες, μαζί με τα ξερά κάηκαν και τα χλωρά, θύτες (και «θύτες») έπεσαν τώρα θύματα ηθικού λιντσαρίσματος, ενώ πολλοί έχασαν και τη δουλειά τους. Κορυφαία ίσως αντίδραση ήταν ένα μανιφέστο που το υπέγραφαν 100 Γαλλίδες, από τον καλλιτεχνικό έως τον επιστημονικό χώρο, με διασημότερη ανάμεσά τους την Κατρίν Ντενέβ.

Οι 100 θέλησαν να απαντήσουν στις ακρότητες και τις υπερβολές, εύκολα όμως γλίστρησαν στο άλλο άκρο: «Ο βιασμός είναι έγκλημα» ξεκινάει το κείμενό τους· «όμως, το επίμονο και αδέξιο καμάκι δεν είναι αξιόποινη πράξη, ούτε η φιλοφροσύνη και τα ερωτόλογα φαλλοκρατική επίθεση». Γενικότερα, οι 100 αντιμάχονται μια μορφή φεμινισμού (τον φεμινισμό;) που θεωρούν πως οδηγεί σ’ έναν νεοπουριτανισμό και γίνεται «μίσος προς τους άντρες», καταδικάζοντάς τους επειδή έπιασαν ένα γόνατο, επιχείρησαν να κλέψουν ένα φιλί, ή και τρίφτηκαν στα οπίσθια μιας γυναίκας στο μετρό. Μία μάλιστα από τις υπογράφουσες, πρώην πορνοστάρ και τώρα παρουσιάστρια, σχετικοποίησε έμμεσα και τον βιασμό, μιλώντας για την ηδονή που μπορεί να νιώσει το θύμα.

Ας μείνουμε όμως στο «επίμονο και αδέξιο καμάκι», που πάντως καλύπτει αδιακρίτως τη σεξουαλική παρενόχληση από έναν οποιονδήποτε άντρα και την παρενόχληση που ασκείται από θέση εξουσίας, π.χ. τον εργοδότη.

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως η πανέμορφη Κατρίν Ντενέβ, πριν γίνει διάσημη, θα έπεφτε θύμα, λέμε εμείς, συνεχών παρενοχλήσεων, θα απολάμβανε, λέει όμως αυτή, να της πιάνουν το γόνατο, να της κλέβουν ένα φιλί, να της τρίβονται στο μετρό. Το ίδιο και η Μπριζίτ Μπαρντό, που μπήκε επιθετικότερα στον χορό, περίπου βρίζοντας τις φεμινίστριες και καταγγέλλοντας τις γυναίκες ίσα ίσα που την πέφτουν στον παραγωγό, για να κερδίσουν έναν ρόλο· η Μπαρντό λοιπόν είπε πόσο της άρεσε όταν της έλεγαν, προφανώς στον δρόμο, πως είναι όμορφη και τι ωραίο κωλαράκι που έχει.

Μπόρεσε όμως ποτέ η άσημη τότε Ντενέβ να τριφτεί σε κάποιον στο μετρό; είπε ποτέ σε κάποιον και η άσημη τότε Μπαρντό τι ωραίο κωλαράκι που έχει; Μπόρεσε ποτέ γυναίκα να εκφράσει τον θαυμασμό της, τον πόθο της, σε κάποιον άγνωστο στον δρόμο; Να τον πάρει στο κατόπι και να του λέει, να του λέει; Σαν κι αυτά που της λέει εκείνος, έστω τα πιο σεμνά: κούκλα μου εσύ, γουστάρεις παρεΐτσα κτλ., κι αυτή επιταχύνει έντρομη το βήμα, η κίνηση είναι αραιή, ή δεν υπάρχει καν κίνηση, είναι νύχτα, τι θα κάνει; Μπορεί π.χ. να τον διαολοστείλει; Προφανώς όχι.

Όμως το μέτρο δεν είναι αυτό. Είναι πως κατά κανόνα δεν μπορεί να αντιστρέψει τους ρόλους, να εκφράσει ελεύθερα και η ίδια την επιθυμία της, να κάνει επιτέλους κι η ίδια καμάκι. Ή, ακόμα χειρότερα, δεν θέλει. Δεν θέλει ν’ αλλάξει ρόλο· θέλει τον άντρα κυνηγό, κυρίαρχο του παιχνιδιού. Και στις δύο σχηματικά ακραίες περιπτώσεις: δεν μπορεί ή δεν θέλει, μοιάζει άτοπο να μιλούμε για επερχόμενο νεοπουριτανισμό, σύμφωνα με τις 100, όταν εξάλλου μετράμε ήδη κοντά μισό αιώνα στον αστερισμό του πουριτανισμού, έπειτα π.χ. από τη σεξουαλική επανάσταση της δεκαετίας του ’60.

Δεν φτάσαμε τυχαία· ακριβέστερα: δεν έφτασε μόνος του ο άντρας από τα κλασικά μαγιό σλιπ και τα κοντά αθλητικά σορτσάκια λόγου χάρη στις φούστες, συχνά κάτω κι από το γόνατο (βάλτε μια εικόνα του Γκάλη πλάι σ’ έναν σημερινό μπασκετμπολίστα), και κυρίως να ξυρίζει ή να αποτριχώνει πρώτα τις μασχάλες, έπειτα το στήθος, κάποτε, όχι σπάνια, κι ολόκληρο το σώμα. Φαινομενικά παράδοξο: από τη μια ευνουχίζεις τον άντρα, από την άλλη τον θες κυνηγό. Δεν είναι όμως τελικά παράδοξο· πρόκειται για τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, του πουριτανισμού. Που τον εκτρέφουν, παρ’ όσα αντίθετα λένε, ακριβώς οι Ντενέβ κι οι Μπαρντό.

buzz it!

21/1/18

Επαναστατικό θέατρο

(Εφημερίδα των συντακτών 20 Ιαν. 2018)


Η πιο αθώα περίπτωση είναι όταν η κάμερα σταματά για λίγο σε μια παρέα φιλάθλων, την ώρα που χαζεύουν βαριεστημένα μιαν αδιάφορη φάση του παιχνιδιού, και ξαφνικά, στη θέα της κάμερας, παίρνουν φωτιά, βροντοφωνάζουν κάποιο σύνθημα –και στέλνουν και χαιρετισμούς στη μάνα τους. Από το χαριτωμένο όμως περνούμε στο γελοίο και, αναλόγως, εξοργιστικό, όταν ο φακός καλεί κάποιον ή μια ομάδα, σε διαδήλωση ή άλλη εκδήλωση διαμαρτυρίας, να πρωταγωνιστήσει. Εκεί, γυρίζει ένας αόρατος διακόπτης, και νά, πετάγονται οι φλέβες στον λαιμό, εξαπολύονται κεραυνοί, και μια πασιφανής υπερβολή, το υπερπαίξιμο που λεν στο θέατρο, ψαλιδίζει ή και ακυρώνει το όποιο δίκιο τού –πλέον– θεατρίνου.

Κάποτε τη λέγαμε «επαναστατική γυμναστική»· τώρα, με όλα τα φώτα στραμμένα πάνω της, με όλα τα ΜΜΕ να την προβάλλουν, αναβαθμίστηκε; υποβαθμίστηκε; δύσκολο να πεις, διεκδικεί πάντως τον χαρακτηρισμό του θεάτρου, αφού εκτυλίσσεται με όρους θεάματος.

Από τις πλήθος περιπτώσεις θα σταθώ σε δύο: (α) στον προπηλακισμό (στα όρια της βιαιοπραγίας) των συμβολαιογράφων που εκπλειστηριάζουν ακίνητα, φαινόμενο που επαναλαμβάνεται σταθερά, και συχνά αδιακρίτως, χωρίς διάκριση δηλαδή αν πρόκειται για πρώτη κατοικία, και πάντως χαμηλής αξίας, ή για βίλα κτλ.· και (β) στο σπάσιμο της τζαμαρίας του υπουργείου εργασίας και την εισβολή του ΠΑΜΕ, σαν πιο πρόσφατο περιστατικό και με ιδιαίτερη σημασία, αφού έχουμε συγκεκριμένη δράση συγκεκριμένου κομματικού φορέα.

Από μια απολύτως κατανοητή πολιτικοϊδεολογική διαφωνία, θα μου πείτε, στέκομαι στον θεατρικό χαρακτήρα της; Οπωσδήποτε ναι, έτσι που το θέατρο θολώνει την καθαρότητα της πολιτικής στόχευσης και καθιστά την πολιτική δράση αναποτελεσματική, ενώ παράλληλα οδηγεί σε μορφές έκφρασης παραδοσιακά ξένες προς την αριστερά.

Πρώτα στους πλειστηριασμούς, όπου έχουμε όλοι δει στην τηλεόραση π.χ. μια σταθερή ομάδα, με κορυφαίο έναν ψηλό φωτογενή νέο άντρα, που παίζει τον ρόλο του μετωπικά, απευθυνόμενος κυρίως στην κάμερα παρά στην προπηλακιζόμενη συμβολαιογράφο· κι από κοντά ο χορός, να εξαπολύει κατάρες και απειλές όχι προς την υπεύθυνη εξουσία αλλά απέναντι σ’ ένα καθαρά εκτελεστικό όργανο. Εύκολα μπαίνεις πια στον πειρασμό να στείλεις αυτού του είδους τα πολιτικά μυαλά, μαζί και με τους Ρουβίκωνες, που μπήκαν εσχάτως στον χορό, αφού πρώτα κυνήγησαν την αμαρτία στο Πεδίο του Άρεως, νύχτα με φακούς και με λοστάρια, να τους πεις λοιπόν να μεταφέρουν την επαναστατική ορμή τους μέσα στα αστυνομικά τμήματα π.χ., και να τραμπουκίσουν τώρα τους μπάτσους, που κι αυτοί εκτελούν εντολές, άλλο αν συχνά δείχνουν και υπερβάλλοντα ζήλο.

Και ιδού σπασμένες τζαμαρίες στο υπουργείο εργασίας από το ΠΑΜΕ, που εισβάλει στο γραφείο της υπουργού. Εδώ, πολύ χαρακτηριστικά, μόλις αρχίζουνε οι κάμερες να γράφουν, ο καινούριος κορυφαίος ανεβάζει στροφές, βροντώντας τη γροθιά πάνω στο τραπέζι. Όμως το θέατρο είναι τέχνη υψηλή και με νόμους αυστηρούς, και τους μικρούς και αδαείς τους καταπίνει, και μια επίσης εύλογη πολιτικοϊδεολογική διαφωνία τη μετατρέπει σε καταγέλαστο επιθεωρησιακό νούμερο· ενώ, το κυριότερο, όπως έγραψα παραπάνω, εξωθεί σε δράσεις ξένες προς την αριστερά, από αυτές ειδικότερα που διακρίνουν απολύτως την αριστερά από τον αριστερισμό –στην καλύτερη περίπτωση.

Σπασμένες τζαμαρίες λοιπόν, πράξη που σε συμβολικό αν μη τι άλλο επίπεδο σηματοδοτεί μια στροφή του ώς τώρα κόμματος-καλού παιδιού, που εισέπραττε εύσημα αφειδώς και επαίνους από τη δεξιά για τη σύνεσή του, σε δράσεις τώρα που και οι μεν και οι δε τις καταδίκαζαν σαν μπάχαλα. Είπα στροφή του ΚΚΕ, αν βέβαια πάλιωσε πολύ η πρώτη ιδίως περίοδος της δράσης των ΚΝΑΤ, π.χ. η επίθεση με λοστάρια και σιδεροσωλήνες στο Χημείο το 1979, ενώ έκτοτε τα λοστάρια έγιναν κοντοί σημαίας, έτοιμοι για κάθε χρήση, κατά την «περιφρούρηση» διαδηλώσεων.

Ώστε κοινοί μπάχαλοι οι συνετοί, αφού έτσι το καλεί η εποχή, και εύσημα μπορεί να μην έχουν δημοσία, η επιβράβευση όμως και πάλι υπάρχει, υπόρρητη απλώς. Κι αναγαλλιάζουν τα κανάλια, και δείχνουν και ξαναδείχνουν τις διάφορες σκηνές, τώρα όμως λιτά, «αντικειμενικά». Πού το σκανδαλισμένο ύφος της Μάρας Ζαχαρέα, όταν τής ιστορούσε λαχανιαστά και με τρεμάμενη από θυμό φωνή η Κάτια Μακρή το κακό: το σπασμένο πεζοδρόμιο, το γιαούρτι στον Πάγκαλο, όλα ίδια κι απαράλλαχτα με το ξύλο στον φουκαρά τον Χατζηδάκη, πού οι φιλιππικοί της Τρέμη και του Πρετεντέρη, του Πορτοσάλτε και του Μπάμπη, του… της… -σάμπως είχε λείψει και κανένας;

Αλλά πιο θλιβερή μου μοιάζει η αναγκαστική σιγή των δημοσιολόγων, που έγραψαν χιλιόμετρα στη Σταυροφορία κατά της Ανομίας, ψυχαναγκαστικά θαρρείς: ανομία, ανομία, ανομία…, λέξη σφραγίδα μιας ολόκληρης εποχής, που ένωσε αξεδιάλυτα σε ένα σώμα μια ψυχή απαξάπασες τις αντισυριζαϊκές δυνάμεις, σύνθημα και παρασύνθημα μαζί, ουσιαστικά μια ηθικολογούσα μεταμφίεση της παρανομίας, αφού η παρανομία τιμωρείται απ’ τους ανθρώπους, η ανομία όμως από τον Θεό. Της Ελλάδας, προφανώς.



buzz it!

14/1/18

Έθνος Τιμημένο - Η κορδωμένη ασχετοσύνη

(Εφημερίδα των συντακτών 13 Ιαν. 2018)


Έθνος Τιμημένο

Η ελληνική σημαία στον Κεράτιο Κόλπο -στην Τουρκία

«Όυκ! Όυκ! Όυκ!», ακούγονταν οι κραυγές –γραπτώς ΟΥΚ, όπως το ’χουμε συνηθίσει να το βλέπουμε, και μόνο το γράμμα Γ να του λείπει: ακριβώς έτσι πάντως, σωστοί Ουγκ δηλαδή, κραύγαζαν οι Όυκ που έπεσαν για τον σταυρό στο λιμάνι του Πειραιά. Τον έπιασαν λοιπόν τον σταυρό, τον ασπάζονταν ένας ένας, κατά το έθιμο, από την εξέδρα επάνω συνεχιζόταν η τελετή με τους ιερείς και τους ψάλτες, τον σταυρό όμως οι Όυκ δεν τον ανέβαζαν, παρά έστησαν τη δική τους παράσταση μέσα στο νερό: «Όυκ! Όυκ! Όυκ!» Και συνέχισαν με διάφορα που δεν μπόρεσα να τα ξεχωρίσω, μόνο το «Ελλάς! Ελλάς!», ίσως «Για το Χριστό!», όπου φώναζε ένας το σύνθημα και επαναλάμβαναν, πάντα κραυγάζοντας, οι άλλοι εν χορώ. Πάντως, μονολεκτικά ήταν σχεδόν όλα τα συνθήματα, τα άλλα, όπως: «Τους λένε Σκοπιανούς, τους λένε Αλβανούς, τα ρούχα μου θα ράψω με δέρμα απ’ αυτούς!», τα φυλάνε για τις παρελάσεις της 25ης Μαρτίου. Τώρα απλώς μαύρα σορτσάκια και μαύρα φανελάκια φορούσαν, σίγουρα όχι από αλβανόδερμα, χρώμα πάντως που μαζί με την κοψιά και το όλο στιλ θύμιζαν τα άλλα γνωστά μας «παιδιά».

Πίσω στο θέαμα όμως, που ήταν εμφανέστατα πλέον διπλό: πάνω παπάδες και ψαλτάδες, κάτω Οϋκάδες, που αγωνίζονταν θαρρείς να επισκιάσουν τους επάνω. Και μόνο όταν πια τέλειωνε η τελετή, λίγο πριν από το «Δι’ ευχών…», τέλειωσαν και οι κάτω το σόου και άρχισαν να ανεβαίνουν ένας ένας, να επιστρέψουν τον σταυρό και να πάρουν την ευλογία και το κατιτίς τους, από τον αρχιεπίσκοπο αλλά και από τον δήμαρχο.

Νέα έθιμα, άλλη μία εθνικιστική πινελιά στα θρησκευτικά δρώμενα; Άλλη μια ευκαιρία να εκφραστούν του κόσμου τα «παιδιά»;

Όπως τα άλλα, «στη ρίξη του σταυρού», όπως διάβασα, στον Κεράτιο, στην Κωνσταντινούπολη, με τον πατριάρχη. Εκεί η παράλληλη τελετή ξεκίνησε ομαλά, τον έπιασαν τον σταυρό, τον ασπάστηκαν και τον ανέβασαν αμέσως, κανονικά, και παρατάχτηκαν μπροστά από την εξέδρα, όσο συνεχιζόταν ομαλά η ακολουθία, κανονικά και τα παιδιά στην όψη, όχι σαν τα φόβια τ’ άλλα, ώσπου ξαφνικά, θείος οίστρος, άρχισαν να ψέλνουν δυνατά τον εθνικό ύμνο: τα δικά τους οι ψάλτες και οι ιερείς, τον εθνικό ύμνο τα παιδιά –όσα είχαν ανέβει επάνω, γιατί γυρίζει η κάμερα και μας δείχνει άλλους τόσους να ’χουν μείνει μέσα στο νερό και να προσπαθούν ν’ ανοίξουν μια ελληνική σημαία!

Και θυμήθηκα, πέρα από το άλλο καινούριο έθιμο, να ψέλνουν  τον εθνικό ύμνο τα τιμητικά αγήματα, μαζί με την μπάντα, πάλι την ώρα που ψέλνουν οι παπάδες, π.χ. στην Ανάσταση, θυμήθηκα τον έναν Αλβανό νεκρό και τους δεκάδες τραυματίες στο ανά την Ελλάδα πογκρόμ, όταν βγήκαν οι Αλβανοί να πανηγυρίσουν τη νίκη της Εθνικής τους επί της ελληνικής, παρότι τους είχε προειδοποιήσει π.χ. ο λεπενιστής τότε Βορίδης πως είναι φιλοξενούμενοι εδώ και μόνο στα Τίρανα να πανηγυρίσουν –όπου ωστόσο παρέα Ελλήνων έψαλαν ανενόχλητοι τον ελληνικό εθνικό ύμνο.

Κι ήταν Σεπτέμβρης του 2004, δύο μόλις μήνες αφότου χιλιάδες Έλληνες αλώνιζαν επίσης ανενόχλητοι την Πορτογαλία σηκώνοντας το Τιμημένο, έπειτα από νίκη της Ελλάδας ακριβώς επί της Πορτογαλίας.

 Έθνος Τιμημένο...


Η κορδωμένη ασχετοσύνη

«Η απόλυτη επικοινωνία με τον Άλλον οδηγεί αργά ή γρήγορα στην καταστροφή της δικής του και της δικής μας δημιουργικότητας», είπε σε μια ομιλία του ο Λεβί-Στρως (1971), μια φράση που ουσιαστικά αρχίζει και τελειώνει με το επίθετο «απόλυτη». Μ’ αυτήν τη φράση σαλπίζει τώρα τον χαμό μας ο έβδομος άγγελος της Αποκάλυψης, για τη «δημιουργικότητα [που] θα χάσει η Ελλάδα αν έρθει σε απόλυτη επικοινωνία με τον άλλον, απεμπολώντας τις ιδιαιτερότητές της» (Τάκης Θεοδωρόπουλος, «Η απάτη του αντιρατσισμού», Καθημερινή 30-31.12.17).

Υπό την αίρεση πάντα του επιθέτου-οδοστρωτήρα «απόλυτη», ας κάνουμε εμείς κάποιες απλές σκέψεις:

Από την άπλα του χωριού στα καμαράκια της φτωχογειτονιάς στη μεγαλούπολη, την εποχή της αστυφιλίας, και κυρίως πιο μετά: από τη μονοκατοικία στο διαμέρισμα της πολυκατοικίας, μεσοτοιχία πια με εντελώς αγνώστους, οι όροι της γειτνίασης αλλάζουν ριζικά. Μικροί και μεγάλοι συμβιβασμοί βιώνονται πολύ πιο έντονα και δραματικά απ’ ό,τι στον στοιχειωδέστερο κοινοτικό πυρήνα του χωριού και της γειτονιάς, όταν ακόμα έμοιαζαν αναπόφευκτοι ή και αυτονόητοι –δεν θεωρούνταν δηλαδή συμβιβασμοί, αλλά αναγκαίοι όροι κοινωνικής συνύπαρξης. Αυτό είναι ο εκκοινωνισμός, αυτή είναι η κοινωνία, έτσι είναι η κοινωνία, που αλλάζει, αυτή και το καταστατικό της, νομοτελειακά, όσο νομοτελειακά μεγαλώνει και η πολυκατοικία, η ίδια η πόλη.

Τόσο απλά και στοιχειώδη, που είναι ν’ απορείς…

Είπα: από τη μονοκατοικία στην πολυκατοικία. Οι Μαριαντουανέτες όμως, ως γνωστόν, ζούνε σε πύργους και παλάτια.

buzz it!

6/1/18

Η πικρή χρονιά κι η κουνημένη αχλαδιά

(Εφημερίδα των συντακτών 5-7 Ιαν. 2018)


Καλή χρονιά, «επίσημα» πια, αφού ένας φίλος με διόρθωσε, όταν του ευχήθηκα «Καλή χρονιά», λίγες ώρες προτού αλλάξει ο χρόνος: «Καλή πρωτοχρονιά λέμε, δεν μπήκε ακόμα η νέα χρονιά!» μου είπε. «Και πότε ευχόμαστε π.χ. καλό σαββατοκύριακο;» είπα εγώ, «το Σάββατο πια, όταν έχει αρχίσει, ή από την Παρασκευή, όταν πλησιάζει;»

Άνευ σημασίας, μάλλον το διασκέδασα, όταν σκέφτηκα πόσο εδραιώθηκε τελευταία κι αυτή η ευχή, έτσι, με τη μανία μας να σκαρώνουμε ευχές: «καλή συνέχεια», «καλό τριήμερο», «καλή βάρδια», μανία που προσωπικά δεν με χαλάει καθόλου, με εξαίρεση ορισμένες όπως «καλή απόλαυση» ή και «απολαύστε», σε εστιατόρια ή θεάματα, αλλά και «καλή ακρόαση», στο Τρίτο Πρόγραμμα αυτό, πού αλλού· και από άλλη πια σκοπιά, το εντελώς ασύστατο «καλησπέρα» ντάλα μεσημέρι, με όλη τη μέρα μπροστά, αφού εσπέρα  είναι βέβαια το βράδυ, άρα είναι σαν να ευχόμαστε μεσημεριάτικα «καλό βράδυ» –κι έπειτα να αποχαιρετιόμαστε με «καλό απόγεμα»!

Καλή χρονιά λοιπόν, μέρες γιορτής ακόμα, που «όλοι μας θέλουμε οικογενειακά κλίματα», όπως άκουσα μια τηλεπερσόνα τριτοκλασάτου καναλιού –ενώ, αντίθετα, χρήστης αξιώσεων μιλούσε για τα όσα πέτυχαν στην εκπομπή τους, «παρά τις κουράσεις τους»…

Πάει άλλη μια χρονιά λοιπόν, με κουράσεις και εξαντλήσεις ων ουκ έστι αριθμός, και προσωπικά, αν ξεκινήσω από το τέλος, χάρηκα χαρά μεγάλη που, με το τέλος Δεκεμβρίου, τέλειωσε κι ο Καρυοθραύστης στο Μέγαρο και μαζί η από μήνες καταιγιστική διαφήμισή του, που τελευταία έφτασε να τη δω δύο φορές στο ίδιο διαφημιστικό διάλειμμα! Άκουγα λοιπόν τον περίφημο εθνικό εκφωνητή να διαφημίζει, με το γνωστό περιπαθές ύφος του, τον Γιούρι ΓκριγκΑρόβιτς, με άλφα και παχύ το -τσ, τον θρύλο των ΜπΑλσόι, επίσης με άλφα και παχύ το σίγμα, ενώ διαβάζαμε στην οθόνη ή βλέπαμε σε ολοσέλιδες διαφημίσεις: Γκριγκορόβιτς και Μπολσόι. Σιγά όμως που θα διάβαζε ο εν λόγω τα γραμμένα που του δώσαν να διαβάσει, έτσι δηλαδή όπως τα προφέρει η πλέμπα –και μετά κοροϊδεύουμε το chοκολατάκι της Ντόρας, με παχύ το σίγμα, εννοώ.

Πάει η χρονιά, η πρώτη της αυτοκρατορίας του Τραμπ, σύμφωνα με τον απολογισμό όλων των ξένων ΜΜΕ, και καταπίνουμε τη γλώσσα μας εμείς, στη χώρα του Άδωνη, του Σώρρα και του Ντάνου. Ίδια ένας πλανητάρχης, θα πείτε, με Άδωνη, Σώρρα και Ντάνο;

Τηρουμένων των αναλογιών, μπορεί και να τον περνάμε εμείς με τους δικούς μας, ιδίως με τον πρώτο, αν υποθέσουμε πως ο δεύτερος και σχεδόν σίγουρα ο τρίτος έχουν σχετικά κοντινή ημερομηνία λήξης.

Κι από τους τρεις αυτούς, λιγάκι μόνο θα σταθώ στον τρίτο, τον Ντάνο του Σαρβάιβορ, καθώς τα σοβαρά ΜΜΕ απαξιούν να ασχοληθούν με τα ριάλιτι, κι έτσι δεν είδαν τις επιδόσεις μιας ολόκληρης κοινωνίας, που λιγωνόταν μπροστά σ’ έναν ευειδή γραμμωμένο (διόλου τον μόνο μέσα στο παιχνίδι), με άλλοθι το ότι σταυροκοπιόταν ασταμάτητα, τόσο επιδεικτικά, που θα περίμενε κανείς ότι αυτό ακριβώς θα απωθούσε, ενώ παράλληλα, μ’ ένα ύφος μόνιμα ζοχαδιασμένο και μάτι παγωμένο και δολοφονικό, ενίσχυε την εικόνα τού (πάντως άτριχου/ξυρισμένου= άλλο άλλοθι αυτό!) αρσενικού: «έχει αγριάδα, έχει αλητεία», όπως έλεγαν στην κάμερα διάφοροι θαυμαστές του.

Έπεσα όμως χαμηλά, με τα σαρβάιβορ, που πάντως λίγο μόνο  τα ’βλεπα, όχι για τίποτα λόγους αρχής, απλώς επειδή ήταν θανάσιμα βαρετά τα παιχνίδια τους.

Ας σηκωθούμε τώρα πιο ψηλά, πάμε στην Επιστήμη, κι ας είν’ οι αλήθειες της πικρές: Οι πικρές αλήθειες της γλώσσας μου είναι ο τίτλος ενός από τα δύο βιβλία που μας χάρισε προς το τέλος της χρονιάς ο Γ. Μπαμπινιώτης, το άλλο είναι μια Γραμματική, «για όλους» τη φορά αυτή.

Στις πικρές αλήθειες της γλώσσας του κ. Μπαμπινιώτη, όπως τις εκθέτει σε μια «συν-ζήτηση» (μπα, άλλο είναι η συζήτηση;) με τον Γιάννη Ν. Μπασκόζο, συγκαταλέγεται και η εξής: «αν θέλεις να εντυπωσιάσεις, αρχίζεις και βάζεις τέτοιες λέξεις, όπως π.χ. κλαρινογαμπρός, κιτσάτος, μούρη κ.ά.», γράφει, έμμεση πλην σαφή αναφορά στο Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας, με την επιμέλεια του Χριστόφορου Χαραλαμπάκη.

Άρα δεν θέλει να εντυπωσιάσει ο ίδιος, όταν «αρχίζει και βάζει τέτοιες λέξεις», όπως π.χ. σοσάρα, πούλος και πουλεύω, ή πισωγλέντης, ακόμα κι όταν γίνεται κωμικά γλαφυρός, βάζοντας στο ρήμα κουνώ και τη φράση: «την κούνησα την αχλαδιά: είχα σεξουαλική επαφή ή (για άντρα) ήρθα σε ομοφυλοφιλική επαφή: “από παιδάκι έπαιζα με τις κούκλες, συμπεριφερόμουν σαν κοριτσάκι και στα δεκατέσσερα την κούνησα την αχλαδιά μ’ έναν ναύτη”».

Αυτά όμως έχουμε όλη τη χρονιά μπροστά μας να τα λέμε. Καλή μόνο να είναι, καλύτερη!

buzz it!